Στις συζητήσεις του 2005, περί της σκοπιμότητας της παραμονής του στον εθνικό πάγκο, οι διεθνείς ποδοσφαιριστές είχαν -στη συντριπτική πλειονότητά τους- ταχθεί αναφανδόν υπέρ αυτής της επιλογής. Διατύπωναν μάλιστα δημοσίως την πεποίθηση ότι μόνο με αυτόν θα είχαν πιθανότητες να βρεθούν στην τελική φάση του Euro 2008 και να αποδείξουν ότι το ελληνικό ποδόσφαιρο μπορεί να παραμείνει σε υψηλό, εθνικά, επίπεδο.
Περίπου έναν χρόνο αργότερα, σήμερα, οι ίδιοι ποδοσφαιριστές έχουν φτάσει σε προχωρημένο στάδιο τον προβληματισμό που αναπτύσσουν σχετικά με το μέλλον της Εθνικής ομάδας. Δεν κρύβουν πλέον την ανησυχία τους για το ενδεχόμενο να αποδειχθεί ότι η συνεργασία τους με τον Οτο Ρεχάγκελ δεν ήταν ικανή να φέρει το εισιτήριο για την τελική φάση του Εuro 2008. Δεν έχουν φτάσει στο σημείο να υποστηρίξουν, δημοσίως ή off the record, ότι είναι προτιμότερο για την Εθνική να αλλάξει προπονητή. Η πλειονότητα όμως εκφράζει την αγωνία για το «αύριο». Αγωνία που έγινε μεγαλύτερη, ύστερα από αυτά που είδαν και δεν είδαν στο παιχνίδι με τη Μολδαβία.
Το Μάντσεστερ
Η ανησυχία των ποδοσφαιριστών άρχισε να εκδηλώνεται έπειτα από το φιλικό του Αυγούστου στην Αγγλία. Το «δεν είναι δυνατόν να επιμένει σε όλα τα πρόσωπα της Πορτογαλίας», ήταν το σλόγκαν στην επιστροφή από το Μάντσεστερ. Οι ποδοσφαιριστές άρχισαν ασυναίσθητα να χωρίζονται σε δύο υποομάδες. Για την ακρίβεια, αυτό που συνέβη ήταν ότι δημιουργήθηκε με τον καιρό, από τον περασμένο Νοέμβριο μέχρι τον περασμένο Αύγουστο, μια ομάδα «δυσαρεστημένων», δηλαδή παικτών που δεν παίρνουν χρόνο συμμετοχής. Οι Παπαδόπουλος, Καφές, Σαλπιγγίδης, Γκέκας, Κυργιάκος, Λαγός, Αμανατίδης δεν ταξίδευαν με την Εθνική με την απαίτηση να παίζουν. Τέτοια απαίτηση δεν προέβαλε ποτέ ούτε ο Λυμπερόπουλος, όποτε προσεκλήθη από τον Γερμανό. Αρκετοί από τους προαναφερθέντες, όμως, έφτασαν σε σημείο να απογοητευθούν. Είτε επειδή δεν χρησιμοποιήθηκαν πολύ στα φιλικά είτε επειδή διαπίστωσαν στην πορεία των αγώνων ότι δεν έχουν πιθανότητα συμμετοχής στην ενδεκάδα, ούτε όταν οι «βασικές» επιλογές βρίσκονται σε μέτρια ή ακόμα και πολύ κακή κατάσταση.
Οι προαναφερθέντες δεν δημιούργησαν ποτέ πρόβλημα στον Ρεχάγκελ. Και όσοι συμμετείχαν στο ταξίδι της Μολδαβίας ξέχασαν το παράπονό τους, μια και άπαντες οι ταξιδιώτες είχαν συνείδηση της κατάστασης. Για πρώτη φορά έπειτα από καιρό, αυτό που μέτρησε παραπάνω ήταν το κοινό, ομαδικό συμφέρον και όχι η εξυπηρέτηση των ατομικών συμφερόντων. Γι' αυτό και δεν ακούστηκαν σχόλια του τύπου «τον βάζουν για να βρει ομάδα», που ήταν ένα από τα σλόγκαν των αγώνων της προκριματικής φάσης του Παγκοσμίου Κυπέλλου και των φιλικών. Το ταξίδι της Μολδαβίας, όμως, δεν εγγυάται ότι δεν θα χαλάσει το κλίμα στο εσωτερικό της ομάδας, αν έρθει η δοκιμασία στην οποία θα μπει η Εθνική σε περίπτωση αρνητικού αποτελέσματος.
Και δεν είναι μόνο αυτοί που δεν παίζουν. Είναι αρκετοί οι φιλόδοξοι «βασικοί» του Ρεχάγκελ που έχουν την άποψη ότι με διαφορετική σύνθεση η Εθνική θα είχε καλύτερη εικόνα και περισσότερες πιθανότητες πρόκρισης. Αυτή τη συζήτηση, βεβαίως, δεν έχουν ακόμα φτάσει να την κάνουν ανοικτά στα αποδυτήρια. Διότι σέβονται τους μεγαλύτερους και επειδή στην πραγματικότητα δεν έχουν παράπονο από τους συμπαίκτες, αλλά από τον προπονητή που τους επιλέγει.
Το παράδειγμα της υπόθεσης Ζαγοράκη είναι χαρακτηριστικό. Ο αρχηγός αισθάνεται ότι ήρθε η ώρα για το «αντίο», διότι δεν μπορεί εύκολα να συμβιβαστεί με την ιδέα να κάθεται στον πάγκο και να συμμετέχει λίγο στα παιχνίδια, έχοντας ως βασικό ρόλο αυτόν του «πάτερ φαμίλια» και όχι του πρωταγωνιστή εντός αγωνιστικού χώρου. Και ενώ ο «Ζαγόρ» θέλει να σταματήσει και έφτασε να ζητήσει αλλαγή στη Μολδαβία, ο Ρεχάγκελ επιμένει να προσπαθεί να τον πείσει να συνεχίσει. Οχι για να τον έχει κοντά του, αλλά για να τον βάζει στο βασικό σχήμα.
Το πιο ανησυχητικό είναι ότι σε ορισμένα από τα μέλη της Εθνικής έχει δημιουργηθεί η αντίληψη ότι κάποιοι παίκτες παίζουν επειδή τους συμπαθεί ο προπονητής ή ο βοηθός του και όχι επειδή το «δικαιολογεί» η αγωνιστική κατάστασή τους. Αυτή η αντίληψη είναι ικανή να διώξει το ομαδικό πνεύμα από το ξενοδοχείο και τα αποδυτήρια σε περίοδο αρνητικών αποτελεσμάτων. Αυτή η αντίληψη είχε λειτουργήσει διαλυτικά στην Εθνική, όπως διδάσκει η ιστορία της προ Ρεχάγκελ πενταετίας. Ηδη, άλλωστε, κάποιοι σκέπτονται να ζητήσουν από τον Γερμανό να πάψει να τους καλεί, επειδή έχουν αρχίσει να το παίρνουν απόφαση ότι δεν πρόκειται να τους δίνει χρόνο συμμετοχής.
Ο βοηθός
«Τι απαιτήσεις μπορεί να έχεις από τον Ρεχάγκελ. Είναι πλέον 68 ετών...», ακούς από τους διεθνείς. Θεωρούν ότι ένας άνθρωπος που ολοκληρώνει την 7η 10ετία της ζωής του, δεν γνωρίζει τη γλώσσα, δεν ζει μόνιμα στην Ελλάδα, δεν πηγαίνει συχνά στα ελληνικά γήπεδα, δεν διαβάζει εφημερίδες, δεν έρχεται σε επαφή με τον κόσμο, είναι αδύνατο να πιάσει τα μηνύματα του καιρού, την επιθυμία του κόσμου, τις δικές τους ανησυχίες. «Στον κόσμο του», είναι η απάντηση που εισπράττει αυτός που ρωτά έναν ποδοσφαιριστή «τι κάνει ο Ρεχάκελ;». Στη Μολδαβία δεν αντιλήφθηκε καν ότι στη διάρκεια του παιχνιδιού οι ποδοσφαιριστές λογομαχούσαν μεταξύ τους, επειδή το παιχνίδι τους είχε γίνει άναρχο και κάποιοι έφευγαν από τις αρχικές θέσεις και έπαιζαν ελεύθερα. Και αυτή δεν ήταν η πρώτη φορά. Είναι κοινό μυστικό στην κοινωνία της Εθνικής ότι συχνά οι παίκτες αυτοσχεδιάζουν. Το πρόβλημα δεν είναι αυτό, αλλά η αίσθηση που δημιουργείται ότι κάποιοι ποδοσφαιριστές είναι «παντός καιρού» και παίζουν ανεξάρτητα από την κατάσταση στην οποία βρίσκονται και από την απόδοσή τους στα παιχνίδια.
Είναι αρκετοί αυτοί που υποστηρίζουν ότι ο Ρεχάγκελ θα έπρεπε να έχει πολύ μεγαλύτερη βοήθεια από τον βοηθό του, τον Γιάννη Τοπαλίδη. Ξέρουν όμως ότι δεν μπορούν να περιμένουν πάρα πολλά από τον 44χρονο προπονητή, που δεν είχε σοβαρή προηγούμενη εμπειρία. Και κάποιοι θεωρούν ότι και αυτός επηρεάζεται από τις ιδιαίτερες διαπροσωπικές σχέσεις που έχει αναπτύξει με ορισμένους ποδοσφαιριστές και, με τη σειρά του, επηρεάζει τον Ρεχάγκελ, ως ο μόνος άνθρωπος που συζητάει με τον Γερμανό επί των επιλογών του, τόσο στις προσκλήσεις όσο και στα παιχνίδια. Οταν θέλουν να πείσουν έναν ποδοσφαιριστή ότι πρόκειται να κληθεί στην Εθνική, οι διεθνείς τού αποκαλύπτουν ότι «το είπε ο Τοπαλίδης».
Η Νορβηγία
Στην επιστροφή από τη Μολδαβία, όταν άκουσαν τα άλλα αποτελέσματα του ομίλου, οι παίκτες άρχισαν να ανησυχούν για την πρόκριση. Στην πλειονότητά τους, όμως, υποστηρίζουν ότι με νίκη στο επόμενο παιχνίδι (7/10 με τη Νορβηγία στο Καραϊσκάκη) θα κάνουν άλλο ένα καλό βήμα. Και αν το συνδυάσουν με θετικό αποτέλεσμα στη Βοσνία (11/10), θα έχουν κλείσει πολύ επιτυχημένα τον πρώτο κύκλο αγώνων και θα αποκτήσουν το δικαίωμα να αισιοδοξούν ότι θα δώσουν το «παρών» στην τελική φάση του Euro. Είναι πολλοί αυτοί που πιστεύουν ότι με καλύτερες επιλογές 11άδας από τον Ρεχάγκελ η Ελλάδα μπορεί να συνδυάσει καλύτερο θέαμα με θετικά αποτελέσματα και να διαγράψει πορεία που δεν θα κάνει τους Ελληνες να νοσταλγούν με καημό την Πορτογαλία. «Κανονίστε, τώρα που έφτασε εκεί η ομάδα του μπάσκετ, μην ξεφτιλιστούμε», είπε στους συμπαίκτες πριν από το ματς με τη Μολδαβία ο πάντοτε ανήσυχος Ζαγοράκης. Οι διεθνείς έχουν μπει από μόνοι τους σε εγρήγορση, επειδή θέλουν να σταθούν στο ύψος των προσδοκιών του κόσμου που τους αγαπάει. Η δική τους αφύπνιση όμως δεν αρκεί για να δώσει στην Ελλάδα το εισιτήριο για τα γήπεδα της Αυστρίας και της Ελβετίας. Αν ο σεβασμός δεν τους επέβαλε τη σιωπή και αν είχαν τον αέρα να το πράξουν, σήμερα θα ήταν αρκετοί αυτοί που θα τηλεφωνούσαν στον Ρεχάγκελ για να του μεταφέρουν την ειλικρινή ευχή τους να μακροημερεύσει στον εθνικό πάγκο, αλλά και την επιθυμία τους να τον δουν να διαφοροποιεί τις επιλογές του, τόσο για την 20άδα της αποστολής όσο και -κυρίως- για την 11άδα των αγώνων. Ο Ρεχάγκελ δεν δίνει κανένα σημάδι που να επιτρέπει την ελπίδα ότι θα αλλάξει επιλογές. Αν παραμείνει κολλημένος στα πρόσωπα και δεν τον βοηθήσουν τα προσεχή αποτελέσματα, τα προβλήματα θα έρθουν στην επιφάνεια. Και αν αποχωρήσει ο Ζαγοράκης, ο καλύτερος ισορροπιστής στην ιστορία της Εθνικής, η γενιά του Euro θα μπει σε μεγάλες περιπέτειες και θα κοιτάξει κατάματα τον κίνδυνο να κλείσει με τον χειρότερο τρόπο τον ονειρεμένο κύκλο της.