Aν θυμάμαι καλά –διότι μεγάλος άνθρωπος είμαι και το Αλτσχάιμερ με γυροφέρνει-, ο Αλεξάντερ Γκομέλσκι, προπονητής το 1987 της τότε ομάδας της Σοβιετικής Ενωσης, μετά τον θρίαμβο της Εθνικής ομάδας μπάσκετ στο Ευρωμπάσκετ εκείνου του καλοκαιριού είχε πει ότι «οι Ελληνες δεν αγαπούν τα σπορ, αλλά τις νίκες σε αυτά».
Κάθε φορά που έχουμε μία μεγάλη αθλητική επιτυχία σε κάποιο σπορ ανακαλύπτω εκ νέου την αλήθεια των λόγων του Γκομέλσκι. Για μία ακόμα φορά η πορεία της Εθνικής μπάσκετ ήταν για όλους όσοι δεν βρισκόμασταν στην Ιαπωνία γεμάτη με σταθμούς υποκρισίας. Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω γιατί η πορεία και οι επιτυχίες της Εθνικής μάς έκαναν περήφανους. Τι χαρακτηριστικά έχουμε ως χώρα, τα οποία ταυτίζονται με τα χαρακτηριστικά που είχε αυτή η ομάδα των ανθρώπων που για 20 μέρες έδινε τις δικές της «μάχες» εκεί στην Απω Ανατολή;
Σε ποιον τομέα του δημόσιου βίου, βρε αδελφέ, είναι η συλλογικότητα η αρετή που χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά και τις ενέργειές μας; Σε ποιον τομέα του δημόσιου βίου μπορούμε να παρατηρήσουμε συμπατριώτες μας να δουλεύουν σκληρά, όχι για την επίτευξη κάποιων προσωπικών στόχων, αλλά χάρη ενός κοινού σκοπού; Σε ποιον τομέα του δημόσιου βίου το ταλέντο αναγνωρίζεται και ενισχύεται;
Σε ποιον τομέα του δημόσιου βίου υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν στο αδύνατο, που πολεμούν να το κατορθώσουν, που τα καταφέρνουν κόντρα σε όλες τις δυσκολίες και τις τρικλοποδιές που τους βάζουν οι γύρω τους; Και πού τελικά αυτός ο αγώνας τους αναγνωρίζεται;
Πού στο καλό συμβαίνει αυτό; Σε ποια χώρα; Σε αυτή; Στη χώρα που ζούμε; Τη χώρα της ήσσονος προσπάθειας; Τη χώρα της ιδιοτέλειας; Τη χώρα του φραπέ και του «χαλαρά, ρε μεγάλε, μην αγχώνεσαι»; Στη χώρα όπου η προάσπιση του προσωπικού συμφέροντος και η αρπαχτή είναι τα ύψιστα ιδεολογήματα; Στη χώρα όπου όλοι προσπαθούμε να εκμεταλλευτούμε την επιτυχία του διπλανού μας ή να τη μειώσουμε; Στη χώρα του «φαίνεσθαι» και όχι του «είναι»; Στη χώρα όπου σημασία έχει να πουλάς μούρη και να θεωρείς την ουσία και την προσωπικότητα μειονεκτήματα;
Στη χώρα όπου όλοι κοιτάνε να ξεπεράσουν τους νόμους, επειδή «έτσι κάνουν όλοι»; Στη χώρα όπου το 40% της οικονομικής δραστηριότητας φοροδιαφεύγει και ο πρωθυπουργός ομολογεί ότι η διαφθορά δεν αντιμετωπίζεται; Στη χώρα που καίει τα δάση της, για να βάλει μια πινακίδα στις καμένες εκτάσεις: «προσεχώς μεζονέτες»; Στη χώρα που δεν παράγει, αλλά διακρίνεται στην κατανάλωση;
Στη χώρα που εκπαιδεύτηκε να ζει πάνω από τις δυνατότητές της και δανείζεται για να υποκριθεί ότι είναι κάτι διαφορετικό από αυτό που βλέπει στον καθρέφτη; Στη χώρα που σταυρώνει με πολύ μεγαλύτερη ηδονή τα είδωλα που πριν από λίγο αποθέωνε; Στη χώρα όπου όσοι εγκαταλείπουν την πολιτική είναι πολύ πλουσιότεροι απ' όσο ήταν όταν άρχισαν να ασχολούνται με τον δημόσιο βίο;
Οχι. Λέμε ότι η επιτυχία των ανθρώπων της Εθνικής μπάσκετ μάς έκανε περήφανους επειδή πολύ θα θέλαμε να είχαμε πετύχει κι εμείς κάτι, έστω μικρό, στη δική μας καθημερινότητα. Λέμε ότι η επιτυχία της Εθνικής μπάσκετ μάς έκανε περήφανους επειδή κολακεύουμε τον εγωισμό μας, πιστεύοντας ότι είμαστε ίδιοι.
Λέμε ότι μας έκανε περήφανους η επιτυχία της Εθνικής μπάσκετ επειδή εμείς οι ίδιοι είμαστε ανίκανοι να νιώσουμε υπερηφάνεια για μία δική μας προσπάθεια. Οχι. Η επιτυχία ανήκει ολοκληρωτικά σε όλους αυτούς που προσπάθησαν σκληρά γι’ αυτή. Και δεν μπορούμε να τους την κλέψουμε. Και αυτή η παρέα που κατάφερε τόσα πολλά δεν έχει καμία σχέση μ’ εμάς.
Το πανηγύρι της υποκρισίας που θα ακολουθήσει τις επόμενες μέρες με αφήνει αδιάφορο. Ετσι κι αλλιώς, αυτούς που τώρα χειροκροτούμε θα τους αποδοκιμάζουμε στα γήπεδα, όταν ο καθένας θα αγωνίζεται με τη φανέλα του συλλόγου του. Οσο για τον χαμένο τελικό, το μέλλον αυτής της ομάδας θα είναι γεμάτο τελικούς.
Ενας σκληρός κουμανταδόρος
Λέγεται ότι όταν η εθνική Βραζιλίας πήγε στο αεροδρόμιο του Σάο Πάουλο για να επιβιβαστεί στο αεροπλάνο, κάποιοι επιβάτες των οποίων οι πτήσεις είχαν ακυρωθεί πέρασαν τον Ντούνγκα για υπάλληλο της βραζιλιάνικης αεροπορικής εταιρείας Varig και σχεδόν έπεσαν να τον φάνε. Ισως αυτό να είναι και μία ένδειξη για τη στάση των Βραζιλιάνων απέναντι στην εθνική τους.
Η ανακοίνωση της ποδοσφαιρικής ομάδας της Βραζιλίας για τον άνθρωπο που θα διαδεχόταν τον Παρέιρα στον πάγκο της «σελεσάο» ήταν για πάρα πολλούς έκπληξη. Ο Ντούνγκα ήταν ο αρχηγός της ομάδας που κατέκτησε το παγκόσμιο Κύπελλο στις ΗΠΑ το 1994. Ως παίκτης ήταν σκληρός, πεισματάρης και ακούραστος και νομίζω ότι ήταν το σήμα κατατεθέν του ποδοσφαιρικού πραγματισμού εκείνης της ομάδας.
Μιας ομάδας που δεν ήταν και τόσο σπουδαία συγκρινόμενη με άλλες βραζιλιάνικες, αλλά που ήξερε τι ήθελε μέσα στο γήπεδο. Κάποιοι φοβήθηκαν ότι αυτά τα χαρακτηριστικά που είχε ο Ντούνγκα ως ποδοσφαιριστής θα προσπαθήσει να τα μεταφέρει στην ομάδα του, με αποτέλεσμα η Βραζιλία να γίνει μία ομάδα που θα παίζει αντι-θεαματικό ποδόσφαιρο.
Αν το προχθεσινό παιχνίδι με την Αργεντινή στο Λονδίνο ήταν ένδειξη, τότε ο Ντούνγκα βρίσκεται σε καλό δρόμο, που είναι βέβαια ακόμα μακρύς. Η βραζιλιάνικη ομοσπονδία επέλεξε την αντικατάσταση του Παρέιρα κυρίως επειδή ερμήνευσε την αποτυχία της Γερμανίας ως αποτέλεσμα της αδυναμίας επιβολής του πάνω στον εγωισμό των ακριβοπληρωμένων Βραζιλιάνων σταρ.
Ο Παρέιρα ήταν εγκλωβισμένος στη λάμψη των ονομάτων και των διαφημιστικών συμβολαίων, με αποτέλεσμα σε ζητήματα πειθαρχίας η «σελεσάο» να είναι παιδική χαρά. Ποτέ δεν έγινε ομάδα.
Ο Καφού, ο Ρονάλντο και ο Ρομπέρτο Κάρλος ενδιαφέρονταν χάρη στην ανοχή του Παρέιρα πολύ περισσότερο για τα προσωπικά ρεκόρ τους, παρά για τη νίκη και τη διάκριση. Ο Ντούνγκα, που δεν καταλαβαίνει πολλά από βεντέτες, ανέλαβε το δύσκολο έργο να αναμορφώσει την εθνική Βραζιλίας και παράλληλα να προωθήσει την ανανέωσή της. Η προπονητική εμπειρία του δεν είναι μεγάλη και θα χρειαστεί καιρός για να πείσει τους συμπατριώτες του πρώτα από όλα ότι μπορεί.