Στα πολλά μαθήματα που πήραμε από την επιτυχημένη παρουσία της Εθνικής μπάσκετ στο Μουντιάλ της Ιαπωνίας ας προσθέσουμε κι αυτό του τελικού. Η ήττα από τους Ισπανούς, αμέσως μετά τη μεγάλη νίκη εναντίον των Αμερικανών, οδηγεί σε ένα χρήσιμο παιδαγωγικό συμπέρασμα που μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε καλύτερα τον αθλητισμό και τους κανόνες του. Είναι μια σκληρή γλυκιά -όπως όλα τα κατανοητά πράγματα- ήττα.
Το 1994 στο Ολυμπιακό Στάδιο της Αθήνας ένας Ιταλός δάσκαλος, ο αρθρογράφος της εφημερίδας της Ρώμης «Il Messaggero», μου είπε κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Ενώ παρακολουθούσαμε σχεδόν άφωνοι την τελειότητα του ποδοσφαίρου που έπαιξε η Μίλαν στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών εναντίον της Μπαρτσελόνα, ο Μελιντόνι, ανάβοντας ένα πούρο για να συνοδεύσει την απόλαυση της στιγμής, τόνισε ότι του χρόνου η ομάδα που παρακολουθούσαμε να δέρνει αλύπητα την dream team του Γιόχαν Κρόιφ δεν θα κερδίσει τίποτα! «Η Μίλαν», είπε, «άγγιξε μια στιγμή ποδοσφαιρικής τελειότητας. Ας τη χαρούμε τώρα, γιατί μετά την τελειότητα ακολουθεί το χάος. Του χρόνου η υπέροχη αυτή ομάδα σχεδόν θα καταστραφεί»! Ετσι κι έγινε. Κλείνοντας έναν εξάχρονο κύκλο μοναδικών επιτυχιών, η Μίλαν του Καπέλο την επόμενη σεζόν δεν κατάφερε να κάνει ποτέ ένα τέτοιο ματς.
Αξίωμα
Το αξίωμα του Μελιντόνι με απασχολεί συχνά –κυρίως όταν παρακολουθώ σπορ τεχνικής. Ο Τζον Μάκενρο για να κερδίσει τον Μποργκ στο Λονδίνο τελειοποίησε το παιχνίδι του: αυτό δεν τον γλίτωσε από την πρόωρη παρακμή. Ο Τζίμι «Τζίμπο» Κούριερ παίζοντας τα ρεβέρ σαν επιθετικός παίκτης του μπέιζμπολ έγινε νούμερο ένα στον κόσμο του τένις: όταν όλοι αποφάνθηκαν ότι το παιχνίδι του είναι αλάνθαστο, κατέρρευσε. Η Βραζιλία θάμπωσε τον κόσμο στο Μουντιάλ του 1970 και μετά έκανε 24 χρόνια να κατακτήσει τον παγκόσμιο τίτλο: το απόλυτο χάος! Η Ιταλία του μεγάλου δάσκαλου Βελάσκο δεν κατάφερε να κερδίσει το χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο το 1998, μια χρονιά μετά τον θρίαμβό της στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του βόλεϊ: δεν ήταν απλώς φαβορί, αλλά η πληρέστερη ομάδα του κόσμου. Ο Αγιαξ του Φαν Γκάαλ έπεσε από την κορυφή αμέσως έπειτα από ένα ματς απόλυτης συμμετρίας που έκανε στο «Μπερναμπέου» με αντίπαλο τη Ρεάλ Μαδρίτης. Θέλω σε όλα αυτά να προσθέσω και τον οδυνηρό αποκλεισμό του Ολυμπιακού στο Τσάμπιονς Λιγκ μετά την εξάρα επί της Λεβερκούζεν. Οποιος ήταν εκείνο το βράδυ στη Ριζούπολη δεν είδε απλώς μια μεγάλη νίκη της ομάδας του Τάκη Λεμονή, αλλά το όριο της επιθετικής της έκφρασης: το 'πιασε, το 'δειξε και μετά ήρθε το 0-3 από κάποια Μακάμπι –δηλαδή το χάος. Δεν ξεχνώ και τη χαώδη ρεβάνς του ΠΑΟ στην Αθήνα με τον Αγιαξ μετά τη νίκη στο «Ντε Μέερ». Ολα ήταν ίδια, όλα διαφορετικά.
Εκφραση
Στην πιο θεαματική της έκφραση την εφαρμογή του αξιώματος του Μελιντόνι την είδαμε μεταξύ Παρασκευής και Κυριακής. Σας το 'λεγα το Σάββατο ότι το ματς της Εθνικής μας με τους Αμερικανούς υπήρξε ένα τέλειο παιχνίδι. Αν ρίξετε μια ματιά στη στατιστική, θα το δείτε: με τα ποσοστά που σούταραν εκείνη τη μέρα οι παίκτες του Γιαννάκη δεν θα μπορούσαν να χάσουν από καμία ομάδα στον κόσμο. Η τελειότητα του παιχνιδιού προέκυπτε από την αλήθεια των αριθμών: περισσότερα ριμπάουντ, ελάχιστα λάθη, πολλά κλεψίματα –ο αντίπαλος έγινε κομπάρσος σε ένα ματς στο οποίο οι Ελληνες έδειξαν πώς πρέπει να παίζεται το μπάσκετ. Μόνο που μια τέτοια πρόταση δεν μπορεί να έχει συνέχεια. Η τελειότητα είναι από τη φύση της μοναδική –δεν υπάρχει περφεξιονισμός στην προκειμένη περίπτωση. Το ματς με τους Αμερικανούς δεν ήταν ένα λαμπρό τέλος, όμως για να κερδίζαμε τους Ισπανούς θα ’πρεπε να ήμασταν καλύτεροί τους –τέλειοι ξανά ήταν αδύνατο. Η ιστορία έδειξε ότι οι Ισπανοί ήταν τελικώς πιο καλοί.
Τέχνη
Πολλές φορές η τέχνη συσχετίζεται με τον αθλητισμό –κυρίως από όσους βλέπουν τον αθλητισμό ως μορφή έκφρασης. Μια από τις διαφορές των δύο ωστόσο είναι ότι ενώ στην τέχνη δεν υπάρχει περφεξιονισμός, στον αθλητισμό το άριστο μπορεί να προκύψει. Στην τέχνη το αριστούργημα αξιολογείται από τρίτους –ο ζωγράφος δεν μπορεί να είναι βέβαιος παρά μόνο για το ότι αυτό που παρουσιάζει είναι κάτι που ικανοποιεί (όταν την ικανοποιεί…) την αρχική προσδοκία του. Το αριστούργημα είναι συχνά αποτέλεσμα διαδρομής –μόνο που η αξιολόγησή του δεν είναι απαραίτητο να πληροί κάποια στάνταρ: γι’ αυτό στην τέχνη υπάρχουν αριστουργήματα που άντεξαν κι άλλα που δεν άντεξαν, αριστουργήματα παρεξηγημένα ή και παρηκμασμένα, αριστουργήματα που προηγήθηκαν της εποχής τους ή ακόμα και ατελή. Στον αθλητισμό αντιθέτως το αριστούργημα έχει αποτέλεσμα, θα 'λεγα ότι εξηγεί ένα αποτέλεσμα.
Πρόταση
Η Ελλάδα κέρδισε τους Αμερικανούς καταθέτοντας μια αριστουργηματική πρόταση μπάσκετ. Εχασε από τους Ισπανούς γιατί η τελειότητά της την οδήγησε στο να ξεχάσει τις αδυναμίες της: η αδυναμία στον αθλητισμό φέρνει εγρήγορση, η τελειότητα είναι παγίδα που οδηγεί στον εφησυχασμό. Οι αληθινά μεγάλες ομάδες, (όπως και οι μεγάλοι αθλητές) δεν ήταν τέλειες, ήταν απλώς δυνατές. Τόσο δυνατές ώστε έφτανε να κερδίζουν χωρίς να κάνουν υπερβάσεις –απλώς εφαρμόζοντας το παιχνίδι τους. Τέτοιες δυνατές ομάδες η αθλητική Ελλάδα έχει χαρεί κατά καιρούς πολλές: η έκφραση της τελειότητας ήταν κάτι που μας έλειπε. Κρίμα που πληρώθηκε τόσο ακριβά.
Αδύναμους
Ο Παναγιώτης Γιαννάκης δεν πήρε το χρυσό. Είχε όμως τη σπάνια τύχη (;) να παρουσιάσει σε μια διοργάνωση ένα αριστούργημα: το ματς εναντίον των Αμερικανών είναι χίλιες φορές προτιμότερο από ένα χρυσό που θα μπορούσε να έχει κερδηθεί κόντρα σε αδύναμους που έκαναν την έκπληξη. Από πληθωριστικούς θριάμβους και «Ελλάς ολέ» έχουμε χορτάσει. Η αλήθεια της ιστορίας που ζήσαμε είναι ότι για μια φορά μια Εθνική Ελλάδος μας βοήθησε να παρακολουθήσουμε μια έκφραση τελειότητας. Που νομοτελειακά χάθηκε στο χάος…
Παίκτες-προπονητές
Αν κάποιος προσπαθήσει να κρίνει τον Οτο Ρεχάγκελ με κριτήρια που χρησιμοποιούνται για έναν κανονικό προπονητή, δεν πρόκειται να βγάλει άκρη: όποιος το κάνει, ματαιοπονεί, είναι σαν να προσπαθήσει να μιλήσει κινέζικα με έναν Αραβα. Δεν είναι δυσνόητος ο Γερμανός, αντίθετα θα ’λεγα ότι έχει μια πολύ συγκεκριμένη πρόταση: η ομάδα του παίζει για να κρατήσει το μηδέν και ο ίδιος ελπίζει ότι θα τη δει να σκοράρει κυρίως στις στημένες φάσεις. Επιπλέον η ενδεκάδα της πρέπει να είναι δεδομένη και η όποια αλλαγή γίνεται δεν πρέπει να περιέχει κανενός είδους ρίσκο: αυτή είναι η συνταγή του Οτο, που δεν ενδιαφέρεται καθόλου για το θέαμα ή τη λειτουργία της ομάδας –όλα γίνονται για (ή συγχωρούνται από) το αποτέλεσμα. Ο Ρεχάγκελ δεν παίζει ποδόσφαιρο σκοπιμότητας. Η σκοπιμότητα έχει κανόνες. Το ποδόσφαιρο του Ρεχάγκελ αντιθέτως έχει μόνο έναν κανόνα: τη νίκη. Δεν υπάρχουν μηχανισμοί σκοπιμότητας, τρόποι για να δυσκολευτεί ο αντίπαλος ή διαχείριση του πιθανού αβαντάζ: όλα μοιάζουν να γίνονται με γνώμονα το να κερδίσει η ομάδα και όχι με το πώς. Η σκοπιμότητα επιβάλλει στρατηγική, εδώ το μόνο που μετράει είναι η διάθεση. Ετσι ήταν πάντα ο Γερμανός και –μεταξύ μας– το δόγμα του το ασπάζονται και οι παίκτες του. Η οργάνωση του παιχνιδιού δεν ακολουθεί κανόνες: ο Καραγκούνης στο τέλος του ματς με τη Μολδαβία ήταν αφοπλιστικός. «Καταλάβαμε», είπε, «ότι οι Μολδαβοί θα κουραστούν γιατί κρατάγαμε την μπάλα πολύ και παίζαμε μόνο εμείς». Οι παλιοί παίκτες της Εθνικής με τον καιρό έχουν αναπτύξει ένα είδος τακτικής σοφίας: καταλαβαίνουν πού βρίσκονται, με ποιον αντίπαλο έχουν να κάνουν και πώς πρέπει να κινηθούν. Στους λόγους που ο Ρεχάγκελ δεν τολμά να φρεσκάρει αυτή την ομάδα πρέπει να προσθέσετε και αυτό: οι συγκεκριμένοι παίκτες τού δημιουργούν τη βεβαιότητα ότι έχουν τη γνώση να αντεπεξέλθουν τακτικά στην όποια δυσκολία μπορεί να προκύψει, έστω κι αν αυτή δεν έχει εντοπισθεί από τον προπονητή.
Μετά το τέλος του Euro είχα γράψει ότι οι παίκτες είχαν μεγαλύτερο μερίδιο επιτυχίας από τον κόουτς. Η συνέχεια και οι επιλογές του Ρεχάγκελ δικαίωσαν εκείνη την εκτίμηση. Θα ήθελα ειλικρινά να είχα άδικο: σήμερα τα πράγματα θα ήταν πιο εύκολα αν ο Γερμανός είχε όντως ένα σχέδιο να διδάξει ακόμα και σε παίκτες που συμφωνούν μαζί του ότι η υπεραπλούστευση είναι η καλύτερη λογική.