Αμφιβάλλω αν έπειτα από 10 χρόνια θα θυμούνται πολλοί ότι ο Θανάσης Κωστούλας έπαιξε επτά χρόνια στον Ολυμπιακό. Θα έχουν ξεχάσει, επειδή ο Κωστούλας παικτικά είναι από τους λιγότερο εντυπωσιακούς παίκτες. Αλλά και επειδή από το καλοκαίρι του 1999 μέχρι σήμερα που φεύγει από την ομάδα ποτέ δεν δημιούργησε το παραμικρό πρόβλημα στην ομάδα του.Το καλοκαίρι του '99, με τον Τζιοβάνι και τον Ζάχοβιτς να έρχονται στον Ολυμπιακό, η μεταγραφή του Κωστούλα από την Καλαμάτα πέρασε στα πολύ ψιλά της επικαιρότητας. Ηταν και η μοναδική μεταγραφή που έγινε κατόπιν υπόδειξης του Μπάγεβιτς, γεγονός που δείχνει την ικανότητα του Σέρβου να διαλέγει όχι μόνο παίκτες αλλά και χαρακτήρες. Ο Θανάσης Κωστούλας ξεκίνησε να παίζει στη θέση του αμυντικού χαφ, μερικές φορές αγωνίστηκε και ως πλάγιος μπακ, αλλά έκανε καριέρα ως στόπερ, έχοντας την ίδια χαρακτηριστική ικανότητα με τον πρώην συμπαίκτη του στην Καλαμάτα, τον Γεωργέα.

Οποιος νέος προπονητής ερχόταν στον Ολυμπιακό, ο τελευταίος παίκτης που τον απασχολούσε ήταν ο Κωστούλας. Οποιος προπονητής έφευγε από τον Ολυμπιακό, στην τελευταία σύνθεση που είχε κατεβάσει έπαιζε ο Κωστούλας. Διότι, όπως συμβαίνει με τη διαφορά ανάμεσα στην καψούρα και τον έρωτα, ο Κωστούλας ήξερε να κερδίζει τους προπονητές του συν τω χρόνω.

Ο πιο σκληρός και συνάμα δίκαιος χαρακτηρισμός για τον Κωστούλα στις ενδεκάδες του Ολυμπιακού είναι ότι ήταν ο καλύτερος ατάλαντος ποδοσφαιριστής. Από την άλλη, είναι και η μεγαλύτερη φιλοφρόνηση. Διότι το ταλέντο σού δίνεται, αλλά την απόδοση την κερδίζεις. Αθόρυβος, με τη συνήθεια να μισοκατεβάζει το κεφάλι έπειτα από κάθε καλή ενέργεια, αλλά και γκέλα, ο Κωστούλας έμοιαζε να αποφεύγει τη δημοσιότητα. Οι δηλώσεις του ήταν σπάνιες και οι λεπτομέρειες της προσωπικής ζωής του ακόμα σπανιότερες. Ορφανός από μικρός, με καταγωγή από τον Αλμυρό της Μαγνησίας, ο Κωστούλας συνήθιζε να βοηθάει τα παιδιά των φυλακών ανηλίκων της πόλης. Στους μύθους της ολλανδικής ιστορίας υπάρχει το πιτσιρίκι που όταν είδε μία τρύπα στο φράγμα, έβαλε το δάχτυλό του για να συγκρατήσει το νερό. Εμεινε όλο το βράδυ, μέχρι που το πρωί το βρήκαν νεκρό από το κρύο. Στην ιστορία πέρασε σαν «ο μικρός». Ετσι, χωρίς όνομα. Επειτα από 10 χρόνια ελάχιστοι θα θυμούνται τον Θανάση Κωστούλα. Κάποιοι όμως θα θυμούνται ότι στην ομάδα με τις ντίβες της δεκαετίας του '90 κάποιος έτρεχε για να βουλώνει τις τρύπες. Το όνομα δεν θα έχει και μεγάλη σημασία. Αλλωστε, και ο ίδιος ελάχιστα ενδιαφερόταν για να ακούγεται.

Προχθές το βράδυ έριχνα κλεφτές ματιές στην εκπομπή της τηλεόρασης που έδειχνε τις βραβεύσεις του Πανελλήνιου Συνδέσμου Αθλητικού Τύπου. Σε γενικές γραμμές οι βραβεύσεις με κάνουν να χασμουριέμαι. Κάποιος ταλαίπωρος αθλητής ανεβαίνει στην εξέδρα, προσπαθώντας να θυμηθεί την πιο κοινότοπη φράση που δεν θα ενοχλήσει κανέναν ή να πει ότι η πολιτεία πρέπει να σταθεί κοντά στο άθλημά του. Μία παράφραση του «θέλουμε περισσότερα λεφτά». Παρακολουθούσα την εκδήλωση ειδικά επειδή την παρουσίαζε ο Βασίλης Σκουντής, ένας δημοσιογράφος με μεγάλο σεβασμό στην ιστορία του αθλητισμού και των αθλητών, σε μία χώρα που το όνομα κάθε αθλητή που τελειώνει την καριέρα του προκαλεί την αυτόματη αντίδραση «έλα τώρα, ποιος ασχολείται μαζί του;». Υστερα από λίγο κοίταζα τις βραβεύσεις των καλύτερων ποδοσφαιριστών της χρονιάς στο Eurosport και σκεφτόμουν πόσο μεγάλη ικανότητα έχουμε στο να κάνουμε μία αθλητική εκδήλωση να μοιάζει με το συνέδριο της μούχλας.

Διότι ενώ στο Eurosport το βάρος της εκδήλωσης είχε δοθεί στα φιλμάκια από τη δράση των αθλητών, με το βίντεο του Καναβάρο να ξεπερνάει τη ρεπορταζιακή χροιά και να γίνεται τέχνη, η δική μας εκδήλωση από αισθητική άποψη είναι η αναβίωση του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και από άποψη ποιότητας λόγου η αποθέωση του κόντρα πλακέ.

Πρώτον, καταλαβαίνω ότι σε επίπεδο νταραβεριού καλό είναι να κρατιούνται επαφές. Ποιον όμως ενδιαφέρει αν στον άλφα αθλητή δοθεί το βραβείο από τον Γιώργο Ορφανό, στον βήτα από τον Παναγόπουλο της ΕΡΤ και στον γάμα από τον γενικό διευθυντή του ΟΠΑΠ, τον αναπληρωματικό γενικό διευθυντή αποχέτευσης οργανισμού τέως διοικήσεως πρωτευούσης και τον λοστρόμο του Υπουργείου Αιγαίου; Στις ελληνικές βραβεύσεις πάντα υπάρχει η εντύπωση ότι αυτός που δίνει το βραβείο είναι σημαντικότερος από εκείνον που το παίρνει. Επίσης, οι politically correct φράσεις τους και τα χαριτωμένα ανέκδοτα, όπως ότι ο Γιώργος Ορφανός έχει βάλει να παίζει το Ελλάδα-Αμερική στο μπάσκετ έξω από το γραφείο του και από τότε όποιος περιμένει απορροφάται τόσο, που δεν διαμαρτύρεται, μπορούν να συγκριθούν μόνο με τον λόγο και τα ανέκδοτα του αρχιεπισκόπου μας. Οι βραβεύσεις έγιναν, με πλέον σουρεάλ απ' όλες τη βράβευση των υπευθύνων του γραφείου Τύπου του «2004», δυόμισι σχεδόν χρόνια μετά τους Αγώνες. Τέλος πάντων, τόσα φράγκα στον χώρο δεν θα ξαναφανούν. Χαλάλι κι αν υπάρξει και ένα ετήσιο βραβείο για το 2004. Βλέποντας τη βράβευση όμως, μου ήρθαν στο μυαλό δύο ειδήσεις που δημοσιεύτηκαν στα μικρά την περασμένη εβδομάδα. Μία ότι αρχίζουν τα έργα του γηπέδου του Εθνικού Πειραιά στο γήπεδο μπέιζμπολ του Ελληνικού. Και η δεύτερη ότι η αγγλική πρεσβεία παρουσίασε τα σχέδια για τη μετα-Ολυμπιακή χρήση των έργων στο Λονδίνο μετά το 2012.

Πριν από μερικούς μήνες είχε δημοσιευτεί η επιθυμία του Εθνικού να έχει γήπεδο σε χώρο απέναντι από το Καραϊσκάκη που είχε διαμορφωθεί για το 2004. Το σχέδιο δεν ευοδώθηκε και τώρα ο Εθνικός επανακάμπτει με το γήπεδο μπέιζμπολ του Ελληνικού. Συμπέρασμα; Και στην Ελλάδα υπήρξε σχεδιασμός για τη μετα-Ολυμπιακή χρήση των εγκαταστάσεων. Θα περιμένουν μέχρι να διαλέξει ο Εθνικός και μετά θα δουν τι θα κάνουν με τα υπόλοιπα.

Δυόμισι χρόνια μετά τους αγώνες αφού τα φιλέτα των εγκαταστάσεων της οδού Κηφισίας φύγανε με τη μία, αφού το «Σπίτι της Αρσης Βαρών» θα γίνει σπίτι του χορού, μια και εκεί θα γυρίζεται το «Dance», το Ολυμπιακό μέτωπο του Φαλήρου είναι μερικοί χιλιάδες τόνοι τσιμέντου χωρίς αντικείμενο και σχέδιο. Το Ελληνικό μένει ορφανό στην ισορροπία του τρόμου των ισχυρών, αφού όποιος πάρει το μεγαλύτερο κομμάτι θα γελάει και οι υπόλοιποι θα τα βάζουν με την κυβέρνηση. Το κωπηλατοδρόμιο του Σχινιά πνίγεται στα καλάμια, αφού δεν υπάρχουν λεφτά να συντηρηθεί. Και ο Ιππόδρομος στο Φάληρο, που φυσικά ποτέ δεν δόθηκε στην Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή (όπως ήταν η υπόσχεση για να περάσει το Καραϊσκάκη στην κυριότητα του Υφυπουργείου Αθλητισμού και να ενοικιαστεί στην Καραϊσκάκης Α.Ε.), είναι ένα πράγμα που δεν μοιάζει ούτε για πάρκο ούτε για χώρος εκπαίδευσης οδηγών ούτε για χώρος διασκέδασης ανωμάλων, αλλά χρησιμοποιείται για όλα τα ανωτέρω.

Με την Αγγλία έξι χρόνια πριν από τους Αγώνες να έχει προγραμματίσει τις μετα-Ολυμπιακές χρήσεις, εμείς δυόμισι χρόνια μετά το τέλος των Αγώνων ακόμα περιμένουμε να ακούσουμε τις λύσεις. Αν το αντικείμενο του αθλητικού Τύπου είναι το μεροκάματο, οι βραβεύσεις και μόκο, τότε η εκδήλωση ήταν μούρλια. Την επόμενη φορά να γίνει στον Ιππόδρομο, με ειδικό βραβείο στον άγνωστο Ολυμπιακό εργολάβο.

Στον ρωμαϊκό στρατό ονομαζόταν δεκατισμός. Οταν μία μονάδα δείλιαζε μπροστά στον εχθρό ή στασίαζε μετά τη «μάχη», οι επιζώντες στέκονταν μπροστά από το υπόλοιπο στράτευμα και ένας εκατόνταρχος περνούσε μπροστά τους μετρώντας από το ένα έως το δέκα. Κάθε δέκατος τιμωρείτο με την ποινή που είχε ορίσει ο στρατηγός. Είτε ήταν ραβδισμός είτε αποκεφαλισμός, η ποινή εκτελείτο από τους Ρωμαίους στρατονόμους, οι οποίοι είχαν ως σύμβολο της εξουσίας τους τις δεμένες βίτσες με το κεφάλι του τσεκουριού στην άκρη, που ονομαζόταν «φάσε», απ' όπου προέρχεται και ο όρος «φασίστας». Η ποινή του αποδεκατισμού διατηρήθηκε και στον γαλλικό στρατό. Εφαρμόστηκε για τελευταία φορά μετά τις ανταρσίες των μονάδων της Αφρικής στις μάχες του Βερντέν. Η λογική του αποδεκατισμού είναι η λογική της συλλογικής ευθύνης. Επειδή το αδίκημα έχει τελεστεί, αλλά λόγω των συνθηκών είναι αδύνατον να διερευνηθεί, η τιμωρία είναι άμεση και παραδειγματική. Αντικείμενο δεν είναι η δικαιοσύνη, αλλά ο παραδειγματισμός. Διαβάζοντας την απόφαση του Γιάννη Βαρδινογιάννη να τιμωρηθούν οι παίκτες που έπαιξαν στην Κέρκυρα με πρόστιμο 100.000 ευρώ, μου ήρθε στο μυαλό η λογική του δεκατισμού. Μοιάζει ο Παναθηναϊκός να βρίσκεται σε κατάσταση πολέμου και η τιμωρία να πρέπει να είναι άμεση και παραδειγματική. Ενώ όμως στη μάχη η ατομική ευθύνη είναι -λόγω της σύγχυσης- αδύνατον να αποδοθεί σε ένα ματς που το βλέπουν εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι, εύκολα ελέγχεται. Με αυτές τι αντικειμενικές συνθήκες, ποια λοιπόν είναι η λογική της γενικευμένης τιμωρίας στον Παναθηναϊκό; Οτι όλοι αδιαφόρησαν; Παράλογο. Ο Παπαδόπουλος (στη διάρκεια του ματς) και ο Ιβανσιτς (στο πρώτο ημίχρονο) έκαναν ό,τι μπορούσαν. Να μην απομονωθούν περιπτώσεις και προσβληθούν συγκεκριμένοι παίκτες; Το γενικό πρόστιμο τότε δεν έχει νόημα, αφού αν όλοι τιμωρούνται, είναι σαν να μην τιμωρείται κανένας. Το πρόστιμο που επέβαλε η διοίκηση του Παναθηναϊκού μοιάζει να έχει σαν αντικείμενο την ικανοποίηση των οπαδών. «Κοίτα τα κωλόπαιδα που δεν προσπαθούν. Καλά τους έκαναν και τους έβαλαν πρόστιμο». Αν αυτό είναι όλο, συγχωρεμένο. Αν όμως η διοίκηση πιστεύει ότι πραγματικά κάποιοι παίκτες αδιαφορούν, το γενικό πρόστιμο δεν έχει νόημα. Η εσκεμμένη αδιαφορία στο ποδόσφαιρο τιμωρείται μόνο με απομάκρυνση. Ισως διακριτικά, σίγουρα όμως γρήγορα και αποφασιστικά.

ON DEMAND: Όλα τα ρεπορτάζ στο επίσημο κανάλι του bwinΣΠΟΡ FM στο youtube