Δεν είχε περάσει απαρατήρητο με την έκδοσή της ότι η αυτοβιογραφία του Charlie Chaplin ανέφερε ως συγγραφέα της τον Charles Chaplin. Πολλοί, κριτικά προσκείμενοι, είχαν σημειώσει ότι αυτό έδειχνε τον χαρακτήρα του Αγγλου κωμικού. Οτι πάντα ήταν νούμερο, αλλά απέφευγε να το εκδηλώνει για να μοιάζει με «παιδί του λαού». Οταν όμως έφτασε η στιγμή να γράψει την αυτοβιογραφία του, δεν άντεξε. Εκανε το «Charlie» «Charles» για να αποκτήσει η προσωπικότητά του την οντότητα που της στερούσε η ιδιότητα του κωμικού. Ευτυχώς που δεν ήταν Βραζιλιάνος, για να υπογράφει με τέσσερα-πέντε ονόματα, όπως ο Βίκτορ Μπόρμπα Φερέιρα Ριβάλντο. Ανεξάρτητα από το πόσα ονόματα θέλει να χρησιμοποιεί στις ανακοινώσεις του, η αλήθεια για τον Ριβάλντο είναι μία. «Μοναδική δουλειά του “δεν” είναι να παίζει ποδόσφαιρο», όπως ανέφερε στην ανακοίνωσή του. Μπορεί να πρότεινε τον Λεοζίνιο στον Ολυμπιακό ή να μην τον πρότεινε, αλλά το να προσπαθεί να παρουσιάσει τον εαυτό του σαν «ένα από τα παιδιά» είναι αστείο. Αστείο, γιατί από την προοπτική της αξίας δεν προκύπτει και μπορεί σε μια ομάδα για τη διοίκηση και τον προπονητή «όλοι να είναι ίδιοι», αλλά μερικοί είναι πολύ περισσότερο ίδιοι από άλλους. Αστείο και γιατί, αν προσπαθήσουμε να σκεφτούμε τον Φακίνο να συναντάται κρυφά με τον Σωκράτη Κόκκαλη, θα πεθάνουμε στα γέλια. Ο Ριβάλντο είναι κάτι διαφορετικό, αντιμετωπίζεται σαν κάτι το διαφορετικό, και οι δύο μυστικές συναντήσεις του με τον Σωκράτη Κόκκαλη -στο Ιδρυμα Κόκκαλη- το αποδεικνύουν.
Το ερώτημα είναι τώρα το αντικείμενο. Και περιέργως ο Ριβάλντο διαψεύδει την πιο ανώδυνη εκδοχή για το θέμα της συζήτησής τους. Το να ρώτησε ο Κόκκαλης τον Ριβάλντο τη γνώμη του για τον Λεοζίνιο και ο Βραζιλιάνος να απάντησε, είναι λογικό. Εκατοντάδες φορές πρόεδροι έχουν ρωτήσει τη γνώμη ξένων παικτών για συμπατριώτες τους και ποτέ η ερώτηση δεν σόκαρε το κοινό. Το να μίλησαν όμως για την κατάσταση στην ομάδα, την αποδοχή του προπονητή από τους παίκτες και τις αλλαγές στον πάγκο, μπορεί να μην είναι μοναδικό, αλλά σοκάρει. Είναι μια ανατροπή της ιεραρχίας, με τον υφιστάμενο να κρίνει τον προϊστάμενο, πράγμα που εγκυμονεί καταστροφές, τουλάχιστον όσο ο Ριβάλντο παραμένει ποδοσφαιριστής του Ολυμπιακού. Είναι αδύνατον να μην το έχει στο μυαλό του ο Λεμονής, όταν αυτός καταρτίζει την ενδεκάδα. Υπάρχει και άλλη επίπτωση. Για λιγότερα οι συμπαίκτες του Σεβτσένκο στην Τσέλσι τον έχουν πει ρουφιάνο του Αμπράμοβιτς. Οι συναντήσεις του Ριβάλντο με τον Κόκκαλη πιθανότατα δεν τους αφορούσαν, αλλά είναι αδύνατον να μην τον έχουν για «παιδί του προέδρου». Για κάθε αδικημένο ή «αδικημένο» ποδοσφαιριστή, τώρα η φράση είναι έτοιμη: «Με τον Ριβάλντο όμως είναι αλλιώς. Ο Ριβάλντο μπορεί να υπογράφει με τα τέσσερα ονόματά του ότι δεν είναι μάνατζερ, αλλά οι συναντήσεις με την προσπάθεια μυστικότητας έκαναν ζημιά. Ο ίδιος έχει τη μικρότερη ευθύνη, αλλά ο Ολυμπιακός εντυπωσίασε με την ανευθυνότητά του».
Η ήττα του Ολυμπιακού στα Γιάννενα συνοδεύτηκε στη «SportDay» από ένα πρωτοσέλιδο σε δεύτερο πρόσωπο «Σωκράτη, με αυτούς θα πάρεις το ΟΥΕΦΑ;» και από πέντε σχόλια. Η ήττα-αποκλεισμός της ΑΕΚ από το Χαϊδάρι στις 10 Νοεμβρίου είχε συνοδευτεί από το «11 Μικροί Τσιτσομήτσοι», με υπότιτλο επικεντρωμένο στους παίκτες του Χαϊδαρίου και αναφορές στον 21χρονο Τσιτσομήτσο, τον Κριπιντήρη, τον Τσιαμπουρή, τον Τσιρογιάννη και τον Χωριανόπουλο. Ηταν μια ωδή στους παίκτες του Χαϊδαρίου, με τη βάση της σελίδας να φιλοξενεί «χτύπημα» για σχόλιο του Βασίλη Σαμπράκου, με τίτλο «Η αδιάβαστη ΑΕΚ δημιούργησε πρόβλημα στον εαυτό της». Μπορεί όμως να είμαστε εμείς «ψιλοκίτρινοι» ή πληγωμένοι Ολυμπιακοί. Για να δούμε πώς είχαν αντιμετωπίσει οι υπόλοιπες μη οπαδικές εφημερίδες τον αποκλεισμό της ΑΕΚ.
Το «Goal» είχε «μπαλκόνι» τίτλο «Κηλίδα στην ιστορία της», με συνοδεία τέσσερα σχόλια για το ματς. Κεντρικό όμως τίτλο είχε «Είναι Super» και θέμα το μελλοντικό σχέδιο για το γήπεδο του Παναθηναϊκού που, σύμφωνα με τον υπότιτλο, είχε «τρελάνει» την ΟΥΕΦA. Χθες το «Goal» είχε πρώτο τίτλο «Τον ξεγύμνωσε», με αναφορά στον ΠΑΣ και στη θέση του ξεβράκωτου τον Ολυμπιακό. Το «Sportime» στον αποκλεισμό της ΑΕΚ το είχε γυρίσει στην ποίηση, με στίχους του Βαμβακάρη για εκτέλεση από τους Γερμανούς στο Χαϊδάρι. Χθες, το «Θρήνος» που αναφερόταν στην ήττα του Ολυμπιακού στο ποδόσφαιρο από τον ΠΑΣ και στο μπάσκετ από την Εφές ήταν λιγότερο ευαίσθητο, αλλά περισσότερο εύγλωττο.
Ας δούμε τώρα ποια ήταν η επόμενη μέρα μετά τον αποκλεισμό της ΑΕΚ. Με τη «SportDay» να έχει φωτογραφία του Νικολαΐδη για πρωτοσέλιδο και τον τίτλο «Σαν να μην έγινε τίποτα», το «Goal» να έχει τίτλο «Κοίτα ποιοι μιλάνε» και κείμενο κάτω από αυτόν που αναφερόταν στη γνώμη των παικτών της ΑΕΚ για τους πανηγυρισμούς των παικτών του Παναθηναϊκού για τον αποκλεισμό τους και το «Sportime» να έχει πρώτο τίτλο το ενδιαφέρον της Μίλαν για τον Σορεντίνο. Ποια θα είναι τα πρωτοσέλιδα σήμερα δεν έχω ιδέα, αλλά αν υπήρχαν τρία «Κοίτα ποιοι μιλάνε», με τους παίκτες του Ολυμπιακού να λένε ότι ο Παναθηναϊκός και η ΑΕΚ είναι έξι βαθμούς πίσω στο πρωτάθλημα και η δεύτερη αποκλεισμένη στο Κύπελλο, τον Κόκκαλη να βαδίζει αποφασιστικά και τίτλο «Δεν τρέχει κακαράτσα» και κάποιο ενδιαφέρον της Ρεάλ για τον Νικοπολίδη, θα είχαμε μια αντιστοιχία. Πάμε τώρα σε κάποιες εκτιμήσεις για ποιον λόγο υπάρχει άλλη αντιμετώπιση.
Πρώτη εκδοχή: Ο Ολυμπιακός έχασε από υποδεέστερο αντίπαλο από εκείνον που είχε χάσει η ΑΕΚ. Δεν νομίζω. Ο ΠΑΣ έπαιζε σε μία από τις ισχυρότερες στην Ελλάδα έδρες, με παίκτες που ήθελαν να κάνουν τον νέο προπονητή τους να τους προσέξει και βρίσκονται πάνω από το Χαϊδάρι στη βαθμολογία. Το Χαϊδάρι είχε παίξει στο γήπεδο του Αιγάλεω με τη συμπαράσταση των λίγων οπαδών του.
Δεύτερη εκδοχή: Η ΑΕΚ είχε παίξει μπάλα και είχε ατυχήσει. Ο Ολυμπιακός παραδόθηκε αμαχητί. Οχι ακριβώς. Κανένας από τους δύο δεν είχε παίξει μπάλα, αλλά η ΑΕΚ δεν κατόρθωσε να νικήσει το Χαϊδάρι, το οποίο στην παράταση αγωνιζόταν με εννέα παίκτες.
Τρίτη εκδοχή (η επιλεγόμενη και από τον Μπαρμπή): Ο αντιολυμπιακισμός στις εφημερίδες περνάει. Ολοι θέλουν να την πέφτουν στον Ολυμπιακό για να πουλάνε. Σε ποιους; Μην καγχάσω. Ο αντιολυμπιακισμός μπορεί να περνάει σε αντίπαλες οπαδικές εφημερίδες, το «Derby», την «Ηχώ», την «Ωρα», το «Score live», που είναι υποχρεωμένες εκτός από το να στηρίζουν τις ομάδες τους να επιτίθενται και στους αντιπάλους, πράγμα που κάνει και ο «Πρωταθλητής» και «Φως». Με την πλειονότητα όμως των Ελλήνων φιλάθλων να είναι οπαδοί του Ολυμπιακού, ο αντιολυμπιακισμός, εκτός αν οι οπαδοί του Ολυμπιακού είναι μαζοχιστές, είναι συνταγή αυτοκτονίας. Ρωτήστε κάθε διευθυντή εφημερίδας τι προσεύχεται κάθε καλοκαίρι και θα σας απαντήσει: «Ενα αποκλειστικό με μεταγραφή του Ολυμπιακού».
Αλλες εκδοχές θα ήταν το «σας τα δίνει ο Νικολαΐδης». Εδώ δεν τα δίνει για μεταγραφές. Το «δεν σας τα δίνει ο Κόκκαλης». Ναι, και τώρα θα φοβηθεί και θα μας τα δώσει. Το «η επικοινωνία της ΑΕΚ δουλεύει». Αν έτσι κατορθώνουν να περνάνε τις ήττες στο ντούκου, γιατί δεν το κάνουν και οι άλλοι; Και το «με τον Ολυμπιακό δεν φοβάστε», που αν συνυπολογισθεί με το πόσες επιθέσεις έχουν γίνει από οπαδούς του Ολυμπιακού σε δημοσιογράφους σε σύγκριση με τις αντίστοιχες από οπαδούς της ΑΕΚ τα τελευταία χρόνια, η άποψη είναι για γέλια.
Τι συμβαίνει λοιπόν και υπάρχει η διαφορετική αντιμετώπιση; Συμβαίνουν τρία πράγματα. Πρώτον, που σε αυτό καθόλου δεν φταίει ο Ολυμπιακός, από την ΑΕΚ οι δημοσιογράφοι -όπως και οι οπαδοί- έχουν μικρότερες απαιτήσεις. Κάτι οι οικονομικές της περιπέτειες, κάτι η προϊστορία, κάτι που όταν συμβαίνει στον Ολυμπιακό είναι καταστροφή, στην ΑΕΚ είναι απλή ζημιά. Αν ο Ολυμπιακός αποκλειστεί από τον ΠΑΣ, θα γίνει της κακομοίρας. Θα είναι η πρώτη φορά που ο Ολυμπιακός θα αποκλείεται από ομάδα της Β' Εθνικής. Το ίδιο δεν συμβαίνει στην ΑΕΚ. Δεύτερον, δημοσιογραφικά βαράς αυτόν που αντέχει. Στο τέλος των «πέτρινων χρόνων» του Ολυμπιακού η δημοσιογραφική κριτική ήταν λιγότερη από όση είναι σήμερα έπειτα από εννέα πρωταθλήματα. Οπως η κυβέρνηση, έτσι και η ομάδα που βγαίνει πρωταθλήτρια αντέχει την κριτική χωρίς οι οπαδοί της να αγανακτήσουν τόσο που να σταματήσουν να διαβάζουν εφημερίδα. Οπως η αντιπολίτευση, έτσι και η γερή ομάδα που δεν παίρνει αποτελέσματα χρειάζεται λίγο χάιδεμα για να μη διαλυθεί. Τρίτον, το να αβαντάρεις λίγο τον από κάτω δημοσιογραφικά είναι αρκετά απενοχοποιημένο. Βρίσκεσαι από την πλευρά του αουτσάιντερ, οπότε παίρνεις και το φωτοστέφανο του μαχητή υπέρ του αδυνάτου. Αν θυμηθείτε τι είχε ακούσει ο Γιώργος Βαρδινογιάννης για τα κουμπούρια του και ο Δημήτρης Μελισσανίδης για τους τσαμπουκάδες και τις «σκοτεινές στοές», θα καταλάβετε τη διαφορετική αντιμετώπιση που συνήθως έχει ο ισχυρός.
Είναι τώρα δίκαιο αυτό που γίνεται, η μία ομάδα έπειτα από ήττες να πέφτει στα μαλακά και η άλλη να ξεπατώνεται; Εκτός αν πούμε ότι ΑΕΚ και Ολυμπιακός είναι διαφορετικά μεγέθη με διαφορετικές απαιτήσεις από τους οπαδούς και τις διοικήσεις τους, κατηγορηματικά όχι. Μπορούμε να πούμε ότι η μία ομάδα είναι πιο συμπαθής και η δεύτερη υπερφίαλη, αλλά αν οι προσωπικές συμπάθειες και αντιπάθειες γίνονται κριτήρια, η βάρκα έχει κάτσει. Μπορούμε να πούμε ότι ο Κόκκαλης στο παρελθόν έχει πει ότι η ομάδα θα παίξει στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ. Μόνο που δεν το είπε. Μπορούμε να πούμε ότι ο Σόλιντ είπε ότι ο Ολυμπιακός φέτος θα είναι 200% καλύτερος. Το είπε. Οπως και ο Σάντος είχε πει ότι η ΑΕΚ πάει για τίτλο, όπως και ο Φερέρ έχει πει πρόπερσι ότι πάει, αλλά δεν νομίζω ότι αν ο πρώτος απέτυχε και ο δεύτερος αποτύχει θα αντιμετωπισθούν οι φράσεις τους σαν εγκλήματα καθοσιώσεως.
Μπορώ να σκεφτώ δέκα δικαιολογίες όσον αφορά το γιατί στον Ολυμπιακό πρέπει να γίνεται σκληρότερη κριτική σε σχέση με την ΑΕΚ. Γιατί η μία ομάδα είναι χορτασμένη, ενώ η άλλη ταλαιπωρημένη. Γιατί στη μία ομάδα το ψέμα το έχουν χόμπι, ενώ στη δεύτερη το λένε μόνο αν είναι ανάγκη. Γιατί η μία έχει τις προσβάσεις της στην ΕΠΟ και τη διαιτησία, ενώ η άλλη όχι. Γιατί δεν μπορώ όμως να σκεφτώ ούτε ένα λόγο γιατί δύο πανομοιότυπες αγωνιστικές αποτυχίες αντιμετωπίζονται διαφορετικά; Αν ο Χίτλερ και ο Αγιος Φανούριος περάσουν με κόκκινο φανάρι, η εγκληματικότητα του πρώτου και η αγιοσύνη του δεύτερου δεν παίζουν ρόλο. Στο ποδόσφαιρο, όμως, μοιάζει να μην ισχύει το ίδιο.