Στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα, οι εσωτερικοί μετανάστες έβλεπαν τις πολυκατοικίες να ορθώνονται μπροστά τους και να τους κρύβουν τον μουσικό ορίζοντά τους. Το μόνο που τους έμενε ήταν οι «πλάκες» του γραμμοφώνου και κάποια στέκια εκεί στην πλατεία του Βάθη, μια πλατεία που τους έδιωχνε τη μέρα και τους μάζευε τη νύχτα.

Μετά το ραντεβού στου «Μπακάκου» και τον καφέ στο «Νέον», οι επαρχιώτες σκορπίζονταν στα γύρω σοκάκια της Ομόνοιας, αναζητώντας τα μουσικά στέκια της ιδιαίτερης πατρίδας τους.

Τα κλαρίνα πλέον ακολουθούσαν το παίξιμο του Σαλέα και οι συνθέτες όλο και περισσότερο τα χρησιμοποιούσαν στις ηχογραφήσεις τους.

Ο Μάκης είχε τεράστια αποθέματα μουσικής «παιδείας» και ιδιαίτερη τεχνική στη φωνή του, απόρροια της καταγωγής του και της συμμετοχής του στα ατελείωτα πανηγύρια της Ρούμελης και του Μωριά, όπου ξημεροβραδιαζόταν με τους «ομοεθνείς» του.

Ένας από αυτούς ήταν και ο θρυλικός Σαλέας, ο «παλιός», ο οποίος τον έπεισε να αφήσει το κλαρίνο και να πάρει το μικρόφωνο. Ο Σαλέας δεν πρόλαβε να δει το μικρό Μάκη να μεγαλουργεί, διότι έφυγε νωρίς. Ένας άλλος Σαλέας, όμως, ο Βασίλης, ο νεώτερος και ανιψιός του «μεγάλου», έμελλε να του γράψει τις «αμπάρες», μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του Χριστοδουλόπουλου.

Νωρίτερα, ένας άλλος μεγάλος, ο Γιώργος Κόρος, είχε εμπιστευθεί στη φωνή του Μάκη συνθέσεις του, όπως το «παντρεμένοι κι οι δυο», « «αδειανό τo προσκεφάλι» κ.α., που «ισορροπούσαν» ανάμεσα στο δημοτικό και το λαϊκό και δημιούργησαν το νέο είδος διασκέδασης για τους μουσικά έκθετους επαρχιώτες της Αθήνας,

Λίγο αργότερα, με… βαρκάρη τον Σαββόπουλο, ο Μάκης πέρασε … απέναντι και έγινε πρώτο… θέμα συζήτησης, αφού τα τραγούδια του(τα περισσότερα σε μουσική του Β. Σαλέα) τα προωθούσε ο Πατσιφάς της Λύρας! Οι «σαλονάτοι» έβγαιναν από τα… ρούχα τους, οι «έντεχνοι» έβγαζαν φλύκταινες και οι επαρχιώτες έβγαιναν βόλτα και γέμιζαν τα μαγαζιά της Αχαρνών, της εθνικής και της παραλιακής, όπου εμφανιζόταν ο Χριστοδουλόπουλος.

Η… δισυπόστατη ερμηνεία του Μάκη, του επιτρέπει, ακόμη και τώρα, να βρίσκεται όπου εκείνος επιθυμεί. Να ξεχειμωνιάζει σε κέντρα λαϊκά και όταν ο καιρός ανοίγει, να ανοίγει τις «αμπάρες» του, για να πάρει ο αέρας τη φωνή του και να τη σμίξει, σαν τα χελιδόνια, με τις φωνές και τους ήχους που ξέμειναν σαν απολιθώματα, για να μας θυμίζουν τα ελληνικά πανηγύρια του προηγούμενου αιώνα.



O Γιώργος Τσάμπρας περνάει… απέναντι και μας μεταφέρει εικόνες και ήχους από την … άλλη όχθη του ελληνικού τραγουδιού. Μας ξαναθυμίζει τραγούδια που στο άκουσμά τους έπνιγαν τον πόνο τους οι χορευτές της μιας νύχτας. Εκείνοι που δεν πέρασαν ποτέ στην άλλη πλευρά του ποταμού της δυστυχίας!

ON DEMAND: Όλα τα ρεπορτάζ στο επίσημο κανάλι του bwinΣΠΟΡ FM στο youtube