Ο Τόμας Γουόκαπ μοιάζει αδύνατο, υπό τις διαμορφωθείσες συνθήκες, να φορέσει ξανά τη φανέλα του Ολυμπιακού. Ο τουλάχιστον άκομψος τρόπος με τον οποίο ο ίδιος λειτούργησε αναζητώντας το μεγαλύτερο συμβόλαιο της καριέρας του σε μια αγορά που αλλάζει, οδήγησε σε πλήρη ρήξη με την ερυθρόλευκη ΚΑΕ που δείχνει αποφασισμένη να φτάσει στα άκρα για να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της και να μην επιτρέψει να επαναληφθεί ανάλογη συμπεριφορά. Την ίδια ώρα, ο κόσμος που αποθέωνε τον Τεξανό για την αγωνιστικότητα και τη συνέπειά του την προηγούμενη πενταετία, πλέον τον αντιμετωπίζει ως… άπιστο «Θωμά» και δεν θέλει να τον βλέπει ούτε ζωγραφιστό.
Οδεύουμε, αν δεν έχουμε ήδη φτάσει δηλαδή, σε ένα διαζύγιο που μόνο βελούδινο δεν το λες. Ανεξάρτητα από το ό,τι (και… όταν) αποφανθεί η δικαιοσύνη επί του θέματος, η μη αναστρέψιμη-όπως όλα δείχνουν-αποχώρηση του Γουόκαπ δημιουργεί συγκεκριμένα αμιγώς αγωνιστικά δεδομένα στον Ολυμπιακό. Γιατί, σύμφωνοι, μπορεί εκείνος να θεωρείται πλέον από αγνώμων μέχρι persona non grata, ωστόσο ακόμη και ο πλέον φανατικός οπαδός της ομάδας, που δεν βάζει κανένα πρόσωπο πάνω από αυτή και ξεγράφει άμεσα όποιον ενεργεί με τέτοιον τρόπο, αντιλαμβάνεται πως-καλώς ή κακώς-ο Γουόκαπ ήταν για μια πενταετία ο βασικός πλέι μέικερ μιας πετυχημένης ομάδας.
Τι χάνει ο Ολυμπιακός χωρίς τον Γουόκαπ
Δεν αντιλέγουμε… Ο Γουόκαπ δεν ήταν ούτε κατά προσέγγιση ο πιο ποιοτικός γκαρντ που πέρασε ποτέ από τον Ολυμπιακό. Είχε φανερές επιθετικές, κυρίως εκτελεστικές, αδυναμίες που τον έριχναν μονίμως στο «ζύγι» δίπλα σε άλλους παίκτες που φόρεσαν τα ερυθρόλευκα στο παρελθόν ή άλλα πιο «λαμπερά» και προικισμένα με ποιότητα παιδιά σε άλλες ομάδες της Ευρωλίγκας. Όμως για πέντε χρόνια αποτέλεσε ένα βασικότατο γρανάζι της μηχανής του Γιώργου Μπαρτζώκα, ο οποίος τον εμπιστευόταν τυφλά και τον είχε αναμφισβήτητα βασικό για μια πενταετία στην οποία η ομάδα πήγε σε ισάριθμα Final 4 κατακτώντας το ένα, ενώ πανηγύρισε τέσσερα πρωταθλήματα, τρία Κύπελλα και τέσσερα Σούπερ Καπ.
Ο Γουόκαπ ήταν ο παίκτης που πρόσφερε αμυντική ισορροπία, μαζί με τον Φαλ μέχρι τη σεζόν 2024/25, σε ένα ρόστερ που είχε αρκετή ποιότητα αλλά είχε ανάγκη και από κάποιους «εργάτες», προκειμένου να καμουφλαριστεί η αδυναμία που είχαν στα μετόπισθεν σχήματα με παίκτες όπως ο Ντόρσεϊ ή ο Βεζένκοφ. Ουδέποτε έπεφτε κάτω από τα 20 λεπτά ανά αγώνα στην Ευρωλίγκα στις πέντε σεζόν του με τα ερυθρόλευκα, ενώ με εξαίρεση την περσινή σεζόν που έχασε ένα σημαντικό διάστημα λόγω τραυματισμού, οι απουσίες του ήταν μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού.
Ήταν αυτός που αναλάμβανε το προσωπικό μαρκάρισμα του καλύτερου περιφερειακού της αντίπαλης ομάδας και καθιερώθηκε στην elite των αμυντικών της Ευρώπης. Ενδεικτικά, στον Ολυμπιακό που την περασμένη περίοδο ήταν η δεύτερη καλύτερη άμυνα της Ευρώπης με παθητικό 112,4 πόντους ανά 100 κατοχές, όσο διάστημα βρισκόταν εκείνος στο παρκέ το αντίστοιχο νούμερο έπεφτε στο εντυπωσιακό 108,6!
Ταυτόχρονα, ανεξάρτητα από την γνωστή εκτελεστική του αδυναμία (αν και τη σεζόν 2025/26 σούταρε με το συμπαθητικό 36,4% στα τρίποντα), ήταν ένας αξιόπιστος facilitator στην επίθεση. Με 5,7 ασίστ ανά αγώνα και το 33,2% αυτών όσο ήταν στο παρκέ, ο Γουόκαπ ήταν ο κορυφαίος δημιουργός του Ολυμπιακού προσφέροντας 13,4 πόντους ανά αγώνα με τις πάσες του, υπερδιπλάσιο νούμερο από τον δεύτερο στη λίστα συμπαίκτη του (6,5 είχε ο Εβάν Φουρνιέ).
Θα λείψει στον Ολυμπιακό;
Ο Ολυμπιακός φρόντισε πολύ εγκαίρως να κλείσει δύο από τα κορυφαία γκαρντ στην Ευρώπη, με τις συμφωνίες που έκανε με τον Γιαν Μοντέρο και τον Κόντι Μίλερ-ΜακΙντάιρ. Αναμφίβολα δύο elite περιφερειακούς, με μεγάλη ικανότητα στο σκοράρισμα αλλά και στη δημιουργία, ενώ διατήρησε στο ρόστερ του και τον Κόρι Τζόζεφ για «κάλυψη» στη θέση «1». Ο ρόλος του Γουόκαπ δεδομένα θα ήταν μικρότερος φέτος, αλλά στα πλάνα του Γιώργου Μπαρτζώκα δεν θα ήταν αμελητέος. Άλλωστε, με τον Εβάν Φουρνιέ να πατά πλέον αρκετά και στο «3», θα ήταν αρκετά τα σχήματα που ο Ολυμπιακός θα είχε στο παρκέ ταυτόχρονα δύο εκ των Μοντέρο, ΜακΙντάιρ και Γουόκαπ.
Ποιοτικά αναμφίβολα ο Ολυμπιακός έχει απογειωθεί στην θέση «1», εκεί όπου είχε έλλειμμα ταλέντου όλα τα προηγούμενα χρόνια. Ωστόσο με την αποχώρηση του Γουόκαπ θα λείψει ο παίκτης που θα αναλάβει τον περιορισμό της δράσης του κορυφαίου γκαρντ των αντιπάλων, που θα μπορέσει λόγω του μεγέθους του να υπηρετήσει την άμυνα με αλλαγές και που δεν θα έχει «απαίτηση» να πάρει επιθέσεις. Κανένας από τους τρεις εναπομείναντες γκαρντ, Μοντέρο, ΜακΙντάιρ και Τζόζεφ, δεν τικάρει στον βαθμό του Τεξανού άσου ΚΑΙ τα τρία αυτά κουτάκια.
Είπαμε, τα χαρακτηριστικά του Γουόκαπ δεν είναι από αυτά που… γεμίζουν γήπεδα, αλλά είναι αναγκαία σε μια ομάδα με αρχές όπως ο Ολυμπιακός του Μπαρτζώκα. Πόσω μάλλον όταν όλα αυτά έρχονται και σε… συσκευασία ελληνικού διαβατηρίου. Γι’ αυτό και θα έχει ενδιαφέρον να δούμε αν και πώς θα καλυφθεί το κενό που αφήνει αποχωρώντας. Αν ο Τεξανός ήταν ένας ακόμη ξένος, που σε λίγους μήνες κλείνει τα 34, θα ήταν λίγο-πολύ αναλώσιμος, ωστόσο το γεγονός ότι δεν καλύπτει θέση ξένου σε μια περίοδο με τεράστια ένδεια σε Έλληνες παίκτες υψηλού επιπέδου, καθιστά την απώλειά του μεγάλο πλήγμα, τουλάχιστον για τον εγχώριο κορμό.
Χαμένος σίγουρα ο Γουόκαπ…
Αν ο Ολυμπιακός ζημιωθεί αγωνιστικά με την απώλεια του Γουόκαπ, μένει να φανεί στο παρκέ. Ζημιωμένος από την υπόθεση είναι σίγουρα ο παίκτης, που όχι απλώς κατέστρεψε την υστεροφημία του στην ομάδα με την οποία ταυτίστηκε και πέρασε με διαφορά τα καλύτερα χρόνια της καριέρας του, αλλά είναι άγνωστο πότε θα ξεμπλέξει από αυτή την ιστορία και αν τελικά θα βγει οικονομικά κερδισμένος ή όχι.
Επίσης φεύγοντας από το ασφαλές περιβάλλον του Ολυμπιακού, όπου απογειώθηκε έχοντας συγκεκριμένο ρόλο και αρμοδιότητες χωρίς να απαιτούνται από αυτόν πράγματα που δεν μπορεί να κάνει, εκτόξευσε την καριέρα και το κασέ του. Είναι αμφίβολο αν ο νέος προπονητής του, είτε είναι ο Τσάβι Πασκουάλ στο Ντουμπάι είτε κάποιος άλλος, θα τον εκτιμήσει και θα τον αξιοποιήσει όπως ο Γιώργος Μπαρτζώκας που τον άλλαξε επίπεδο.