Χαλαρό βραδάκι Πέμπτης ήταν αυτό για Παναθηναϊκό και Ολυμπιακό στην EuroLeague. Και-σύμφωνοι-δεν έπαιξαν με τίποτα μεγαθήρια, αλλά αν θυμηθούμε τι χουνέρια έχουν πάθει από Παρί και Μπασκόνια τα προηγούμενα χρόνια, μπορούμε να εκτιμήσουμε την αξία δύο εύκολων νικών, πόσω μάλλον σε πρεμιέρα όπου οι πιθανότητες για έκπληξη πάντα είναι μεγαλύτερες.
Μακριά από μας οι μεγαλοστομίες για κατάκτηση της EuroLeague και ελληνικούς τελικούς από τώρα, όμως. Ο δρόμος είναι μακρύς κι ανηφορικός και οι αντίπαλοι που θα βρουν στο διάβα τους πολύ ανώτεροι από τους αποψινούς. Αυτό που πάντως είναι ήδη ευδιάκριτο, είναι ότι τόσο (κυρίως) ο Παναθηναϊκός, όσο και (λιγότερο) ο Ολυμπιακός είναι διαφορετικές ομάδες από πέρσι.
Από πότε είναι αυτός ο… Παναθηναϊκός;
Ξεχάστε την ομάδα που έπαιζε… ξαφνικές άμυνες και κάτι σαν μονό στην επίθεση. Ο νέος Παναθηναϊκός είναι άλλη ομάδα φέτος, με τον Ζέλικο Ομπράντοβιτς να έχει βάλει ήδη τη σφραγίδα του κι ας γκρινιάζει (δικαιολογημένα) για τον λιγοστό αριθμό κανονικών προπονήσεων. Ο Σέρβος «δάσκαλος» μοιάζει, από τα φιλικά ακόμη, να έχει αλλάξει το… δέρμα της ομάδας σε σχέση με την εποχή Αταμάν και ειδικά την τελευταία διετία.
Η άμυνα είναι η αφετηρία των πάντων. Πεντάδες με μέγεθος, αθλητικότητα και ένταση, ικανές να αλλάζουν (σχεδόν) σε όλα τα σκριν και να προκαλούν ασφυξία στον αντίπαλο. Σαν μια αγέλη πεινασμένων σκυλιών ορμούσαν στους αντιπάλους τους, από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό, κι ας είχε κριθεί από... ημίχρονο το ματς! Η Παρί που «κέρασε» 100άρες και πέρασε νικηφόρα από το Telekom Center Athens την τελευταία διετία, με ένα όχι και πολύ λιγότερο ποιοτικό ρόστερ φέτος δυσκολευόταν να δει το καλάθι. Ένα δάσος από χέρια και κορμιά συνεχώς μπροστά από τον αντίπαλο έκαναν τη γαλλική ομάδα να πελαγοδρομεί. Οι αριθμοί δεν λένε ψέματα: ο Παναθηναϊκός είχε παθητικό 93,5 πόντους ανά 100 κατοχές (!), ενώ κατέγραψε 10 κλεψίματα, 8 τάπες και είχε +4 κατοχές από τον αντίπαλο.
Ο «Ζοτς» δείχνει να έχει ήδη βρει τα δίδυμα ή τρίδυμα που αποδίδουν καλύτερα (αν και θα αναπροσαρμοστούν τα πλάνα του με την επάνοδο των τραυματιών) και κόντρα στην Παρί, σε αγώνα που χρησιμοποίησε 10 παίκτες, κανένας δεν ξεπέρασε τα 23 λεπτά, διατηρώντας έτσι υψηλά τα επίπεδα ενέργειας και έντασης των παικτών του. Σε αυτό το ροτέισον δεν υπάρχουν διακοσμητικοί παίκτες, όλοι ακουμπούν την μπάλα και όλοι συμμετέχουν και χαίρονται το παιχνίδι. Παρεμπιπτόντως, δεν έπαιξαν και πέντε δυνάμει βασικοί παίκτες, Σλούκας, Ναν, Ρογκαβόπουλος, Χέιζ-Ντέιβις και Φαλ, που κοστίζουν όλοι μαζί ετησίως καμιά 15αριά εκατομμύρια.
Στην επίθεση, είναι φανερή η πρόθεση για συνεργασίες, παρότι οι αυτοματισμοί χρειάζονται πολλές επαναλήψεις για να λειτουργήσουν χωρίς να γίνονται πολλά λάθη. Το ένας εναντίον ενός αποτελεί πλέον έσχατη λύση, καθώς υπάρχει στόχευση και καλή δημιουργία, από τα γκαρντ αλλά και από μέσα προς τα έξω. Οι 16 ασίστ δεν είναι μεγάλος αριθμός, αλλά η διάθεση των παικτών να κάνουν την έξτρα πάσα υπήρχε και τουλάχιστον σε 2-3 κατοχές ο χρόνος επίθεσης εξέπνευσε σε αναζήτηση των καλύτερων δυνατών προϋποθέσεων εκτέλεσης.
Τρέξε Ολυμπιακέ, τρέξε!
Ο Ολυμπιακός στα χρόνια του Γιώργου Μπαρτζώκα είχε απογειώσει το συνεργατικό μπάσκετ φτάνοντας κάποιες σεζόν μέχρι και να «κατηγορηθεί» ότι επένδυε μόνο στο σύνολο και «στραγγάλιζε» το ατομικό ταλέντο. Αυτό φάνηκε να αλλάζει από πέρσι, αλλά φέτος έχει πάει σε άλλο… level. Χωρίς να καταστρατηγούνται οι βασικές αρχές του Bartzokas ball, όπως η γρήγορη κυκλοφορία και η κίνηση μακριά από την μπάλα, η νέα βερσιόν του Ολυμπιακού δίνει πλέον περισσότερο χώρο στην προσωπική πρωτοβουλία και στο ταλέντο των παικτών να εκφραστεί. Ο κόουτς, πλέον, δεν τραβά το χαλινάρι, αλλά αφήνει τα άλογα να καλπάσουν. Κι αν έχεις τέτοια καθαρόαιμα, αμαρτία είναι να μην τα αφήσεις να τρέξουν...
Η ανανεωμένη αυτή προσέγγιση είχε διαφανεί από τις προσθήκες των γκαρντ, με τους Μοντέρο και ΜακΙντάιρ να δίνουν άλλη διάσταση. Πλέον οι «ερυθρόλευκοι» έχουν απειλή από το «1» (που δεν μπορούσαν να προσφέρουν Γουόκαπ και Νιλικίνα), ο χειριστής στο πικ εν ρολ μπορεί να γίνει συχνότερα και ο εκτελεστής, ενώ η διάθεση για γρήγορο παιχνίδι, όχι απαραίτητα στο fast break αλλά και απέναντι σε οργανωμένη άμυνα, είναι πασιφανής. Άλλες εποχές θα λέγαμε πως θα ήταν παράτολμο για τον Ολυμπιακό (ή οποιαδήποτε ελληνική ομάδα) να πάει σε γρήγορο τέμπο στη Βιτόρια, αλλά πλέον είναι μια λογική επιλογή με βάση τα χαρακτηριστικά των παικτών.
Οι πρωταθλητές Ευρώπης που πριν κάνα-δυο σεζόν λέγαμε πως χρειάζονταν παίκτες με προσωπική φάση, πλέον διαθέτουν στο ίδιο ρόστερ μονάδες που μπορούν να πάρουν ένα ματς… μόνοι τους, όπως ο Βεζένκοφ, ο Ντόρσεϊ, ο Φουρνιέ, ο Μοντέρο, ακόμη κι ο ΜακΙντάιρ, παρότι ο τελευταίος ως τώρα πασάρει πολύ περισσότερο από ό,τι εκτελεί. Με αυτά και με αυτά, χωρίς να έχει δα και κανένα εξωγήινο ποσοστό στα τρίποντα, ο Ολυμπιακός έκανε ρεκόρ σκοραρίσματος εκτός έδρας με 106 και τελείωσε το ματς με το μακράν το κορυφαίο offensive rating της βραδιάς, με 132,5 πόντους ανά 100 κατοχές.
Ασφαλώς η άμυνα χρειάζεται βελτίωση, ειδικά στην πρώτη της ζώνη, καθώς σε πολλά σχήματα η πίεση στην μπάλα ήταν ανεπαρκής, το αμυντικό τρανζίσιον δεν ήταν καλό και οι αντίπαλοι εκτέλεσαν τα περισσότερα από τα 44 τους τρίποντα ανενόχλητοι, παρότι δεν υπήρχε κάποια σοβαρή απειλή από τους ψηλούς των αντιπάλων για… αντιπερισπασμός. Επίσης οι 10 λιγότερες κατοχές του Ολυμπιακού, απόρροια κυρίως των 17 επιθετικών ριμπάουντ της Μπασκόνια που κατέβηκε στο ματς με έναν σέντερ, τον 37χρονο Φαρίντ. Όσο ελκυστικός και πυρηνοκίνητος κι αν είναι ο Ολυμπιακός επιθετικά, αν δεν συγκεράσει αυτό το προφίλ με λίγη περισσότερη σκληράδα στα μετόπισθεν, θα έρθουν βραδιές που θα είναι πιο ζόρικες.
Ακολουθήστε τον bwinΣΠΟΡ FM 94.6 στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι τα τελευταία νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.






