Το τελευταίο διάστημα έχει γίνει μόδα να γυρίζουμε τον χρόνο πίσω και να "ταξιδεύουμε" σε άλλες εποχές. Τότε που όλα ήταν διαφορετικά. Τότε που δεν υπήρχαν social media, ούτε καν διαδίκτυο. Τότε που η μπάλα παιζόταν στα γήπεδα το μεσημέρι, τότε που αγοράζαμε εφημερίδα έχοντας αγωνία για τα νέα της ημέρας, τότε που τα ποδοσφαιρικά μας ινδάλματα γίνονταν αφίσα στα δωμάτιά μας.

Στο πλαίσιο της ποδοσφαιρικής - και όχι μόνο - νοσταλγίας, αυτές τις μέρες της καραντίνας, τα challenges με ρετρό στοιχεία δίνουν και παίρνουν. Από κορυφαίες ενδεκάδες και καλύτερη πεντάδα των παικτών που μας έκαναν να λατρέψουμε το άθλημα, μέχρι ό, τι τραβάει η ψυχή μας. Πάντα το ρετρό είναι ωραίο. Διότι μας γυρίζει στα παλιά. Παλιά, που κατά πολλούς, ήταν και καλύτερα ή πιο αγνά. Εγώ λέω ότι δεν ήταν καλύτερα ή χειρότερα. Απλώς, ήμασταν παιδιά. Κι όταν είσαι παιδί τα πάντα είναι πιο αθώα για εσένα. Είναι ένα ατελείωτο παιχνίδι με ανεμελιά, χωρίς έγνοια και δίχως σοβαρό προβληματισμό.

Ένα από τα ωραία challenges είναι αυτό με "το κορυφαίο επιθετικό δίδυμο στην Ελλάδα". Καταλαβαίνει κανείς ότι στη συγκεκριμένη κατηγορία, μπορεί να γίνει μια μικρή... σφαγή. Έχουν αγωνιστεί σπουδαίοι επιθετικοί στη χώρα μας και έχουν σχηματιστεί φοβερά και τρομερά δίδυμα. Επιθετικοί - δεινοί σκόρερς, ποδοσφαιριστές που αποτέλεσαν πρότυπα για τα παιδιά. Γίνεται, επίσης, εύκολα αντιληπτό ότι και το παραπάνω είναι υποκειμενικό. Εξαρτάται από το πως βλέπει το ποδόσφαιρο ο κάθε ένας από εμάς, αλλά και ποιες ήταν οι πρώτες του εικόνες. Διαφορετικό ήταν το άθλημα το '70, διαφορετικό το '80 και άλλο το '90 κοκ.

Στα δικά μου μάτια, δεν υπάρχει αμφιβολία για το ποιο ήταν το κορυφαίο δίδυμο στην επίθεση. Παικταράδες πέρασαν πολλοί. Σπουδαίοι επιθετικοί με πολλά χαρίσματα και προσόντα. Όμως, σαν το δίδυμο "Σαραβάκος - Βαζέχα" δεν έχει περάσει άλλο, τουλάχιστον στη σύγχρονη εποχή του ελληνικού ποδοσφαίρου. Τα τελευταία 30 χρόνια, οι δυο φορ του "τριφυλλιού" μπορούν να χαρακτηριστούν ως οι κορυφαίοι, ειδικά την περίοδο που αγωνίστηκαν μαζί. Έπαιξαν δίπλα - δίπλα από το 1990, όταν και ήρθε στη χώρα μας ο Πολωνός, μέχρι και το 1994, ενώ για λίγο το 1997 ο "Μητσάρας" επέστρεψε στον Παναθηναϊκό για να κρεμάσει τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια. Βέβαια, τα πρώτα δυο χρόνια ήταν και τα... καλά από την κοινή τους παρουσία, προτού ο Σαραβάκος αρχίζει να παίρνει όλο και λιγότερo χρόνο συμμετοχήςνλόγω Όσιμ.

Για τον Βαζέχα, τι να πρωτοπείς. Μακράν ο καλύτερος ξένος, βάσει προσφοράς, που αγωνίστηκε στα ελληνικά γήπεδα. Για 14 χρόνια με την πράσινη φανέλα, ήταν σημείο αναφοράς. Ενας επαγγελματίας με τα όλα του και μια... κανονική μηχανή του γκολ. Με 319 τέρματα σε 553 αγώνες για λογαριασμό του Παναθηναϊκού, αποτελεί τον πρώτο σκόρερ στην ιστορία της ομάδας. Ένας απίστευτος εκτελεστής και μια σπουδαία προσωπικότητα.

Οσο για τον "μεγάλο - μικρό του ελληνικού ποδοσφαίρου", υπήρξε ένας σπάνιος ποδοσφαιριστής που μπορούσε να αγωνιστεί ως εξτρέμ και ως επιθετικός. Με ταχύτητα, με έκρηξη, με τεχνική, με αντίληψη, με φοβερές εκτελέσεις φάουλ και με ικανότητα να σκοράρει με κάθε τρόπο. Τη δεκαετία που έπαιξε στον Παναθηναϊκό σημείωσε 125 γκολ (181 συνολικά) και συνέδεσε το όνομά του με τίτλους, αλλά και σπουδαίες ευρωπαϊκές διακρίσεις. Είχε, επίσης, αυτό το... κάτι στο στιλ του, στο περπάτημά του, στο ύφος του που μαγνήτιζε τον κόσμο και έκανε τα παιδιά εκείνης της εποχής να τον λατρέψουν.

Την εποχή της... συμβίωσης στην επιθετική γραμμή, οι δυο τους είχαν μια εξαιρετική συνεργασία. Ταίριαξαν από νωρίς, απέκτησαν χημεία, αποτέλεσαν μια μόνιμη ταλαιπωρία για κάθε αντίπαλη άμυνα και πανηγύρισαν με τον Παναθηναϊκό πρωταθλήματα και Κύπελλα, ενώ συμμετείχαν μαζί στο πρώτο "πειραματικό" Τσάμπιονς Λιγκ τη σεζόν 1991-92.