Μπορεί να έχει προτάσεις από άλλες ομάδες, αλλα προτεραιότητα για αυτόν παραμένει ο Ιωνικός. Ο Πιέρ Ισά, μίλησε στο www.sport-fm.gr για το μέλλον του, τονίζοντας ότι δεν μπορεί να αποκλείσει τίποτα. Παράλληλα, δεν παρέλειψε να αναφέρει πως είχε προτάσεις από άλλες ελληνικές ομάδες πριν πάρει μεταγραφή στους Νικαιώτες.
Τα τελευταία χρόνια παρελαύνουν από το πρωτάθλημα της Α’ Εθνικής, μερικά διάσημα ονόματα ποδοσφαιριστών που είναι γνωστά, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο. Συνήθως αυτά πηγαίνουν στους μεγάλους συλλόγους της χώρας, ενώ πολλά εξ’ αυτών δεν απέδωσαν ποτέ τα αναμενόμενα στις εκάστοτε ομάδες τους. Βέβαια υπάρχουν και περιπτώσεις τέτοιων παικτών που έχουν καταλήξει σε μικρότερα σωματεία, αποδίδοντας παράλληλα εξαιρετικό ποδόσφαιρο. Μια από αυτές δεν είναι άλλη από του Πιέρ Ισά. Γεννημένος στις 26 Σεπτεμβρίου του 1974 και διεθνής με την εθνική της Ν. Αφρικής ο παίκτης του Ιωνικού, ερχόμενος το Γενάρη του 2005, είχε εξαιρετική απόδοση σε όσα παιχνίδια αγωνίστηκε. Όταν ήρθε πολλοί ειδήμονες είπαν πως δεν έχει φιλοδοξίες και δεν θα βοηθούσε τους Νικαιώτες στο να πετύχουν τους στόχους τους. Ο έμπειρος άσσος λοιπόν όχι μόνο τους διέψευσε αλλά έδωσε λύσεις στα «μετόπισθεν» της ομάδας του. Εξάλλου η θητεία του σε κορυφαία πρωταθλήματα όπως το γαλλικό και το αγγλικό, μόνο τυχαία δεν είναι. Ο Ισά αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση για τους νεότερους ποδοσφαιριστές, όχι μόνο για την ποιότητά του σαν παίκτης αλλά και σαν άνθρωπος. Άνετος, χωρίς κανένα ίχνος βεντετισμού και συνειδητοποιημένος, μας απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που του θέσαμε, χωρίς να το πολυσκεφτεί. Ας δούμε λοιπόν τι είπε ο Ισά…
Λοιπόν Πιέρ, όπως μπορώ να δω στα στατιστικά σου έχεις αγωνιστεί σε αρκετές ομάδες. Σε ποια από όλες σου άρεσε να παίζεις περισσότερο;
«Σίγουρα στην Μαρσέϊγ, αφού εκεί ξεκίνησα την ποδοσφαιρική μου καριέρα. Στην αρχή ήμουν στις ακαδημίες της συγκεκριμένης ομάδας για δύο χρόνια. Στη συνέχεια αγωνίστηκα δίπλα σε εξαιρετικούς παίκτες όπως οι: Λοράν Μπλαν, Φαμπρίτσιο Ραβανέλλι, Ιβάν Ντε Λα Πένια, Κριστόφ Ντουγκαρί κ.ά. Μου άρεσε ακόμα να παίζω για τη γαλλική ομάδα, αφού η ατμόσφαιρα που υπήρχε στο γήπεδο και η πόλη ήταν εξαιρετικές. Οι οπαδοί των Μαρσεγέζων ήταν φανταστικοί αφού υποστήριζαν, με περίσσιο πάθος την ομάδα τους και θυμάμαι πως σε κάθε αγώνα υπήρχαν πάνω από 58.000 θεατές. Θα έλεγα ότι μοιάζουν πολύ με τους οπαδούς των ελληνικών ομάδων και ακολουθούσαν την ομάδα τους, σε όποιο γήπεδο κι αν έπαιζε».
Ποια ήταν η καλύτερη ποδοσφαιρική σου στιγμή, τα τελευταία χρόνια;
«Υπήρξαν ευτυχώς, αρκετές τέτοιες στιγμές… Σίγουρα όμως, οι συμμετοχές στα δυο Παγκόσμια Κύπελλα του 1998 και του 2002 με την Εθνική ομάδα της Νοτίου Αφρικής ήταν φανταστικές εμπειρίες. Άλλωστε, πάντα είναι ωραίο να εκπροσωπείς τη χώρα σου με τα εθνικά της χρώματα. Εκείνο τον καιρό ειδικά, υπήρχαν έντονα πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα, αφού οι «λευκοί» και οι «έγχρωμοι» είχαν συχνά έντονες διαμάχες μεταξύ τους. Οπότε ήταν σημαντικό για μας τους ποδοσφαιριστές να τους φέρουμε κοντά και να τους ηρεμήσουμε, έστω για λίγο. Οπωσδήποτε αυτή ήταν μια ευχάριστη ανάμνηση. Ακόμα η συμμετοχή μου στον τελικό του Κυπέλλου UEFA, ήταν ακόμα μια κορυφαία στιγμή της καριέρας μου».
Πώς αποφάσισες να αγωνιστείς στο ελληνικό πρωτάθλημα και τον Ιωνικό;
«Βασικά μπορούσα να είχα έρθει πιο πριν. Όταν έφυγα από τη Μαρσέϊγ, πήγα για ενάμιση χρόνο σε δύο αγγλικές ομάδες της Πρέμιερ Λιγκ. Πρώτα στην Τσέλσι ως δανεικός για ένα τρίμηνο όπου δεν έπαιξα καθόλου, αφού οι Λονδρέζοι είχαν αποκτήσει 5 κεντρικούς αμυντικούς και μάλιστα εκείνο τον καιρό έφευγε ο Λεμπέφ. Δεν είχα τις ευκαιρίες που θα ήθελα, αλλά γνώρισα σπουδαίους όπως οι Τζόλα και Χάσελμπαϊνκ κι αυτό ήταν πολύ καλό για μένα, ενώ στη συνέχεια έπαιξα στη Γουότφορντ. Ύστερα, πήγα σε μία ομάδα του Λιβάνου (Ολυμπίκ Μπεϊρότ) που μου έκανε μια πρόταση με εξαιρετικές οικονομικές απολαβές, που δε μπορούσα ν’ αρνηθώ. Εκεί, έμεινα επίσης για ενάμιση χρόνο μέχρι να έρθω τον Ιανουάριο στον Ιωνικό. Εξάλλου ήθελα ν’ αγωνιστώ σε μια μεσογειακή χώρα και η Ελλάδα, είναι ότι ακριβώς έψαχνα».
Αν δεν κάνω κάποιο λάθος είναι οι γονείς σου απ’ το Λίβανο;
«Ναι, ήταν κι αυτός ένας από τους λόγους που πήγα εκεί. Οι γονείς μου έφυγαν από τη χώρα κατά τη διάρκεια του πολέμου που ξέσπασε στη χώρα και μετανάστευσαν στη ν. Αφρική. Ήξερα βέβαια εκ των προτέρων ότι παίζοντας στο πρωτάθλημα του Λιβάνου, θα αγωνιζόμουν σε μια όχι 100% επαγγελματική διοργάνωση».
Πριν έρθεις στον Ιωνικό, είπες ότι είχες προτάσεις κι από άλλες ομάδες. Μπορείς να μας πεις ποιες ήταν αυτές;
«Δε θα ήθελα να αναφέρω συγκεκριμένα ονόματα ομάδων. Ωστόσο, μπορώ να σου πω ότι μέσα σ’ αυτές τις προτάσεις, υπήρξε και μία από τις λεγόμενες μεγάλες ελληνικές ομάδες».
Του Ολυμπιακού;
(Γέλια…)
Σ’ αυτό το διάστημα της παρουσίας σου στα γήπεδα, ποιος ποδοσφαιριστής πραγματικά σ’ εντυπωσίασε στον παγκόσμιο χώρο;
«Υπάρχουν πολλοί ποδοσφαιριστές παγκοσμίως που μπορούν να σε εκπλήξουν με τις ενέργειές τους. Για μένα στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο ξεχωριστή παρουσία είχε ο Λοράν Μπλαν. Κέρδισε τα πάντα στην καριέρα του και επειδή τον είχα και συμπαίκτη, έχω σχηματίσει πληρέστερη άποψη γι’ αυτόν. Με βοήθησε όσο κανείς άλλος και θα έλεγα ότι ήταν ο μέντορας μου, αφού με ηρεμούσε και σε κάθε περίπτωση με συμβούλευε, για τον τρόπο ν’ αντιδράσω. Για παράδειγμα μου έλεγε «Κράτησε τη μπάλα», «Πάρε παίκτη», «Δώσε πάσα εκεί» κ.ά. Εγώ πάντα προσπαθούσα να τον ακούω, καθώς ήμουν νεότερος και ποτέ δε μετάνιωσα γι’ αυτό. Ο Μπλαν πάντα απέπνεε σεβασμό σαν παίκτης αλλά και σαν άνθρωπος. Βέβαια, σε όλους αρέσουν περισσότερο οι επιθετικοί ποδοσφαιριστές. Εμένα μου αρέσει ο Ζιντάν διότι τον γνωρίζω προσωπικά πρώτον και δεύτερον, γιατί παραμένει κορυφαίος εδώ και χρόνια. Είναι πολύ ευγενικός και ευτυχώς, τα μυαλά του δεν έχουν «πάρει αέρα»!
Στο διάστημα αυτών των έξι μηνών στην Ελλάδα, σου «κίνησε την περιέργεια» κάποιος παίκτης;
«Όταν ήρθα στην Ελλάδα, αν και δε μ’ αρέσει να ονοματίζω παίκτες, πραγματικά μ’ εντυπωσίασε ο Λυμπερόπουλος της ΑΕΚ. Πρόκειται για πολύ σπουδαίο αθλητή και μ’ αρέσει πολύ το στυλ του. Έχει την ικανότητα να κάνει πολλά πράγματα μαζί. Όταν παίξαμε κόντρα στην «Ένωση» στο πρώτο ημίχρονο, αγωνιζόταν ως κλασσικός επιθετικός και στη συνέχεια έπαιξε σαν «δεκάρι». Μου θύμισε κάτι από Γιούρι Τζορκαέφ… Στο τέλος του αγώνα ανταλλάξαμε και φανέλες. Ιδιαίτερη εντύπωση μου έκαναν οι Ζιοβάννι, Ριβάλντο του Ολυμπιακού, που τους ήξερα από παλιότερα αλλά και οι Κωνσταντίνου και ο Γκονσάλες του Παναθηναϊκού».
Σε ποιο επίπεδο πιστεύεις ότι βρίσκεται το ελληνικό ποδόσφαιρο;
«Μπορεί να μην είναι το Νο 1 της Ευρώπης αλλά είναι αρκετά ανταγωνιστικό θα έλεγα. Τα τελευταία χρόνια έχει κάνει βήματα προόδου αφού το περασμένο καλοκαίρι, η Εθνική ομάδα κατέκτησε το Πανευρωπαϊκό, ενώ στο φετινό πρωτάθλημα υπήρξε μεγάλος ανταγωνισμός. Αν κοιτάξεις τις βαθμολογίες μεγάλων πρωταθλημάτων του εξωτερικού, δύσκολα θα δεις τόσο μικρές διαφορές μεταξύ των ομάδων, που συμμετέχουν σ’ αυτά».
Ωστόσο Πιέρ, δεν βλέπουμε ποιοτικούς αγώνες σε αντίθεση με τις προηγμένες ποδοσφαιρικά χώρες. Συμφωνείς μ’ αυτή την άποψη;
«Όχι απόλυτα και θα σου πω γιατί. Όταν υπάρχει πίεση και ο ανταγωνισμός μεταξύ των ομάδων είναι πολύ έντονος, δε μπορείς να αποδώσεις θεαματικό ποδόσφαιρο. Όταν το μυαλό κουράζεται, τότε μοιραία και το σώμα δεν είναι ικανό από μόνο του να κάνει τίποτα. Γι’ αυτό δεν είδαμε καλά ματς τη φετινή χρονιά. Θα σου φέρω ένα παράδειγμα: Όταν παίξαμε εμείς με την Α.Ε.Κ η τελευταία, δεν έπρεπε να χάσει διότι θα έμενε μακριά από τους στόχους τις, όπερ και εγένετο. Το ίδιο πράγμα όμως συνέβαινε και με τον Ιωνικό, αφού σε μερικά παιχνίδια έπρεπε οπωσδήποτε να κερδίσουμε. Όλα αυτά για μένα προσωπικά, αποτελούν μια ψυχοφθόρα διαδικασία».
Είχες ποτέ καμία διαφωνία με κανέναν από τους προπονητές σου;
«Δεν είχα κανένα ιδιαίτερο πρόβλημα με κάποιον προπονητή μου. Δεν είμαι ο τύπος που ξέρεις, θα τσακωθώ επειδή δεν παίζω. Βέβαια, αυτό δε σημαίνει ότι θα τα παρατήσω. Το μόνο που προσπαθώ να κάνω, είναι να τα δίνω όλα στην προπόνηση. Από τη στιγμή που το έκανα αυτό, οι προπονητές μου άλλαζαν γνώμη. Πρώτο μέλημά μου ωστόσο, είναι να’ μια καλός άνθρωπος και στη συνέχεια καλός παίκτης. Δεν θα μου άρεσε ας πούμε να’ μαι φοβερός ποδοσφαιριστής από τη μια πλευρά και από την άλλη κακός χαρακτήρας. Το ποδόσφαιρο κάποια στιγμή τελειώνει. Προτιμώ να υπάρχει ισορροπία στη ζωή μου».
Απ’ ότι γνωρίζω το συμβόλαιό σου με τον Ιωνικό λήγει τέλος Ιουνίου. Θα συνεχίσεις στην ίδια ομάδα και του χρόνου;
«Προς το παρόν, έχω προσφορές από άλλους συλλόγους και συζητήσεις τέτοιου είδους, αλλά δεν έχω αποφασίσει ακόμα. Στην Ελλάδα μου αρέσει το όλο κλίμα που υπάρχει, οι άνθρωποι, η πόλη και σίγουρα αρέσει και στη γυναίκα μου. Προτεραιότητά μου αποτελεί ο Ιωνικός, αλλά δε μπορώ ν’ αποκλείσω τίποτα. Έχω προτάσεις από ομάδες του εξωτερικού, από Ευρώπη κυρίως αλλά κι από άλλες ελληνικές ομάδες».
Είσαι αισιόδοξος για την επιστροφή σου στην εθνική ομάδα της χώρας σου;
«Πιστεύω πως θα τα καταφέρω. Έχω συχνές επαφές με τους συμπαίκτες μου στην εθνική ομάδα κι όλοι τους με ρωτούν πότε θα γυρίσω. Όταν πήγα ν’ αγωνιστώ στο πρωτάθλήμα του Λιβάνου, γνώριζα από την αρχή ότι δε θα έπαιζα στην Εθνική, για όσο διάστημα ήμουν εκεί. Έκανα λοιπόν μια συνειδητή επιλογή, είχα 55 συμμετοχές με τη Ν. Αφρική και επειδή είμαι επαγγελματίας, προσπαθώ να βελτιώνομαι όλο και πιο πολύ, είτε είμαι στο Λίβανο. είτε στην Ελλάδα, είτε στη Γαλλία. Όλα είναι στα χέρια του Ομοσπονδιακού προπονητή κι εγώ πάντα θέλω να παίζω για τη χώρα μου».
Σαν αμυντικός, ο ρόλος σου είναι να εξουδετερώνεις τους αντίπαλους επιθετικούς. Όλα αυτά τα χρόνια, ποιος προσωπικός σου αντίπαλος σ’ έχει δυσκολέψει περισσότερο;
«Υπήρξαν αρκετοί δύσκολοι αντίπαλοι, ωστόσο για μένα ξεχωρίζει ο Κρέσπο. Όταν παίξαμε με την Πάρμα στον τελικό του UEFA έλλειπαν αρκετοί παίκτες μας, όπως οι Λουξέν, Ραβανέλλι, Γκαλάς και το πράγμα έγινε ακόμη πιο δύσκολο. Έτσι ηττηθήκαμε με το βαρύ σκορ 3-0. Οι «Παρμέντζι» είχαν στις τάξεις τους καταπληκτικούς παίκτες, όπως οι Βερόν, Τιράμ, Μπουφόν, Κανναβάρο και άλλους».
Απ’ ότι αντιλαμβάνομαι, γνωρίζεις αρκετά για το γαλλικό ποδόσφαιρο. Τον τελευταίο καιρό ακούγεται ότι ο Λουξέν ενδιαφέρει τον Παναθηναϊκό κι ότι ο Καρεμπέ θα γίνει γενικός αρχηγός στον Ολυμπιακό. Πώς βλέπεις αυτές τις προοπτικές;
«Ο Λουξέν όπως σου είπα ήταν συμπαίκτης μου. Θεωρώ ότι είναι πάρα πολύ ικανός ποδοσφαιριστής, αλλά και άτυχος. Όταν πήγε στην Παρί είχε πολλά προβλήματα προσαρμογής. Όταν μετακόμισε στη Θέλτα, έκανε σωρεία εξαιρετικών εμφανίσεων, ενώ την τελευταία χρονιά που αγωνίστηκε στην Ατλέτικο Μαδρίτης δεν πήγε άσχημα. Κατά την προσωπική μου άποψη δε του δόθηκαν αρκετές ευκαιρίες. Όσον αφορά το φίλο μου τον Καρεμπέ, του αξίζει η θέση του γενικού διευθυντή στο Ολυμπιακό. Γνωρίζει πάρα πολλά πράγματα περί ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου και στο διάστημα που αγωνίστηκε εδώ τα πήγε φανταστικά».
Ποια πράγματα δε σου αρέσουν στο ελληνικό ποδόσφαιρο;
«Αυτό που σίγουρα δε μου έκανε καλή εντύπωση, ήταν πως σε αρκετά ματς δεν υπήρχαν αρκετοί φίλαθλοι. Το φαινόμενο αυτό, δεν είναι καλό για τους ποδοσφαιριστές διότι τους θυμίζουν προπονήσεις και φιλικά παιχνίδια. Έτσι, κουράζονται ολοένα και πιο πολύ καθώς ζουν στη ρουτίνα».
Όταν σταματήσεις το ποδόσφαιρο έχεις σκεφτεί ποτέ να γίνεις προπονητής;
«Βεβαίως και το έχω σκεφτεί. Εξάλλου, θέλω να συνεχίσω ν’ ασχολούμαι και μετά το τέλος της καριέρας μου με το ποδόσφαιρο. Θέλω να βοηθήσω με την εμπειρία μου νέους ανθρώπους που θέλουν ν’ ασχοληθούν μ’ αυτό, να τους δώσω συμβουλές και οδηγίες, στο τι ν΄ αποφύγουν. Όπως είπα, έχω πολύ καλές σχέσεις με τη συντριπτική πλειοψηφία των συμπαικτών μου και πιστεύω ότι αυτό είναι κάτι πάρα πολύ σημαντικό για έναν προπονητή».
Όταν έχεις ελεύθερο χρόνο πως σου αρέσει να τον περνάς;
«Όπως όλοι οι φυσιολογικοί άνθρωποι. Μπορεί να πάω να πιω καφέ, να βλέπω ταινίες σε DVD, να πηγαίνω να επισκεφτώ την Αθήνα και τώρα το καλοκαίρι θα προσπαθήσω να πάω σε δύο νησιά Γενικά, μου αρέσει να είμαι με τη γυναίκα μου, να μαθαίνω περισσότερα πράγματα για το μέρος στο οποίο ήρθα και γενικά να κάνω τα τετρημένα»
Επιμέλεια: Χρήστος Κατσιμάρης
Ακολουθήστε τον bwinΣΠΟΡ FM 94.6 στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι τα τελευταία νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.






