Τα τελευταία χρόνια, το ποδόσφαιρο άρχισε να αναδεικνύεται ως ο προνομιακός χώρος της βιομηχανίας του θεάματος, ειδικά στην Ευρώπη. Ο γάμος του ποδοσφαίρου με την τηλεόραση ήταν η βασική αιτία, καθώς έτσι μπορούσαν τα προϊόντα που συνέδεαν το όνομά τους με το όνομα κάποιων ομάδων να μπουν πολύ πιο εύκολα στα σπίτια εκατομμυρίων Ευρωπαίων καταναλωτών. Η οικονομική απήχηση του ποδοσφαίρου είναι τεράστια. Σύμφωνα με τα συμπεράσματα μίας έρευνας που πραγματοποίησε πρόσφατα η πολυεθνική εταιρεία Deloitte & Touch, που ειδικεύεται στα οικονομικά του ποδοσφαίρου, ο τζίρος της ποδοσφαιρικής αγοράς στα πρωταθλήματα ποδοσφαίρου των 6 μεγαλύτερων ευρωπαϊκών ποδοσφαιρικών αγορών (Αγγλία, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία, Γαλλία, Ολλανδία) φθάνει τα 10 δις ευρώ. Ενα ποσό, στο οποίο δεν υπολογίζεται ο τζίρος που γίνεται στο ποδοσφαιρικό στοίχημα. Μάλιστα η έκθεση της Deloitte & Touch αναφέρει ότι με βάση τα χρήματα που κερδίζουν οι ομάδες, το Τσάμπιονς Λιγκ θεωρείται το «πέμπτο» πρωτάθλημα σε οικονομική δυναμική, έτσι που θα μπορούσε άνετα να ονομασθεί Money Λιγκ. Η ΟΥΕΦΑ ενδιαφέρεται πολύ για την ποιότητα του θεάματος, το οποίο καθιστά και ελκυστικό το ποδόσφαιρο για τις τηλεοράσεις. Αξίζει να σημειωθεί ότι η τηλεθέαση των 4 επαναληπτικών συναντήσεων των προημιτελικών του Τσάμπιονς Λιγκ πρόπερσι σημείωσε ρεκόρ, αφού τους παρακολούθησαν 62 εκατομμύρια Ευρωπαίοι τηλεθεατές, ενώ για φέτος, σύμφωνα με τα πρώτα στοιχεία, τους αγώνες των προημιτελικών παρακολούθησαν περίπου 64 εκατομμύρια τηλεθεατές. Η μελέτη των στατιστικών στοιχείων για τις αγωνιστικές περιόδους 2001/02 και 2002/03 δείχνουν αύξηση τηλεθέασης κατά 9%, ενώ τη σεζόν 2003/04 υπήρξε μία ακόμη αύξηση της τάξης του 3,2%. Ολους τους αγώνες της περιόδου 2001/02 παρακολούθησαν συνολικά 723 εκατομμύρια τηλεθεατές. Την επόμενη χρονιά ο αριθμός αυξήθηκε κατά 43 εκατομμύρια. Τα νούμερα αυτά σύμφωνα με την ΟΥΕΦΑ αντιστοιχούν σε ένα μέσο όρο του 27% στις μεγάλες δυτικοευρωπαϊκές τηλεοπτικές αγορές. Η ξεχωριστή ταυτότητα της διοργάνωσης, η προσεκτικά σχεδιασμένη προβολή της, η οικονομική υποστήριξη από τους σπόνσορες, η ποιοτική τηλεοπτική προβολή και το εξαίρετο μάρκετινγκ είναι τα κλειδιά της επιτυχίας. Οσο δε πιο μακριά στη διοργάνωση προχωρούσε μία ομάδα, τόσο περισσότερα χρήματα έμπαιναν στο ταμείο της, ενώ εφόσον διακρινόταν, μπορούσε να συνάψει καλύτερες συμφωνίες με σπόνσορες και διαφημιστές. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ρεάλ Μαδρίτης που κατέκτησε το τρόπαιο το 2002 στον τελικό της Γλασκόβης έβαλε συνολικά στο ταμείο της εκείνη τη χρονιά από το Τσάμπιονς Λιγκ 62 εκατ. ευρώ περίπου. Στην περσινή περίοδο του Τσάμπιονς Λιγκ, στις 32 ομάδες που πήραν μέρος μοιράστηκαν συνολικά 547 εκατ. ευρώ, ενώ φέτος το συνολικό ποσό που θα μοιραστούν φθάνει τα 587 εκατομμύρια ευρώ. Το σύστημα μοιράσματος των χρημάτων έχει δύο σκέλη. Το 50% του φετινού ποσού των 587 εκατομμυρίων μοιράζεται στις ομάδες με βάση τα αποτελέσματά τους (νίκες – ισοπαλίες). Και το υπόλοιπο 50% με βάση τη συνολική αξία της τηλεοπτικής αγοράς μίας χώρας. Αυτό σημαίνει ότι όσο πιο μεγάλη είναι η τηλεοπτική αγορά μίας χώρας και όσο πιο δημοφιλής είναι μία ομάδα στη χώρα της, τόσο περισσότερα είναι και τα χρήματα που θα πάρει, χωρίς σε αυτά να υπολογίζονται οι εισπράξεις της ομάδας από τα εισιτήρια. Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της περίπτωσης αποτελεί η περσινή νικήτρια του θεσμού, η πορτογαλική Πόρτο που εισέπραξε από την ΟΥΕΦΑ 19,6 εκατομμύρια ευρώ, από τα οποία τα 17,7 εκατομμύρια προέρχονταν από τα πριμ των αποτελεσμάτων και μόλις το 1,9 εκατ. ευρώ από τα τηλεοπτικά δικαιώματα, εξαιτίας του μικρού μεγέθους της πορτογαλικής τηλεοπτικής αγοράς.
Ακολουθήστε τον bwinΣΠΟΡ FM 94.6 στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι τα τελευταία νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.






