Οσο περισσότερο ορθολογικό γίνεται το ποδόσφαιρο σήμερα εξαιτίας της σπουδαιότητας που έχει αποκτήσει το αποτέλεσμα τόσο λιγότερο είναι τέχνη κι ευτελίζεται σε τεχνική, με αποτέλεσμα οι μαγικές ποδοσφαιρικές ενέργειες να σπανίζουν.
Άρχισα να βλέπω ποδόσφαιρο από τη χρονιά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του Μεξικού, το 1970. Από τότε, και με απόλυτη συνέπεια, έπαιζα μέχρι πριν από λίγα χρόνια με φίλους και γνωστούς, χαρίζοντας στιγμές ξεκαρδιστικού γέλιου σε όσους με παρακολουθούσαν.
Από το 1970 είδα παίκτες όπως τον Κρόιφ, τον Πελέ στα τελειώματά του, τον Κίγκαν, τον Νέτσερ, τον Μπεκενμπάουερ, τον Σιρέα, τον Σόκρατες και τον Φαλκάο, τον δικό μας τον «Βάσια», τον Νταλγκλίς, τον Πλατινί και τον μέγιστο όλων, τον Ντιέγκο. Από το ’70 άκουσα και διάβασα πολλούς να χαρακτηρίζουν το ποδόσφαιρο ένα φτηνό, ρηχό, βρόμικο κι επικίνδυνο -πολλές φορές- είδος λαϊκής διασκέδασης, το οποίο δεν προσφέρει καμία αισθητική συγκίνηση ή που προσφέρει «ψεύτικες» ικανοποιήσεις. Πολλοί, άλλωστε, στο παρελθόν συνέκριναν το ποδόσφαιρο με διάφορες μορφές τέχνης για να αποδείξουν ότι –κατά τη γνώμη τους- δεν είχε καμία σχέση. Ένας κριτικός τέχνης θα σας έλεγε ότι βασικά χαρακτηριστικά της καλλιτεχνικής δημιουργίας είναι η πρωτοτυπία, το μυστήριο και η απουσία της επανάληψης, συμπληρώνοντας ότι η συνθετότητα και ο πλούτος της τέχνης δεν μπορούν να συναντώνται στο ποδόσφαιρο. Ενα παιχνίδι, στο οποίο, κατά τη γνώμη του, η τελετουργία της επανάληψης σκοτώνει τη φαντασία. Ενα παιχνίδι, όπου μία ντρίμπλα ή ένα σουτ, υπακούν στον απόλυτα καθορισμένο χώρο των γραμμών του αγωνιστικού χώρου.
Ενα παιχνίδι, στο οποίο όλες οι κινήσεις μέσα στο γήπεδο δεν συνιστούν πρωτότυπη τεχνική κίνηση, όπως η κίνηση ενός γλύπτη ή ενός ζωγράφου που δημιουργούν τον χώρο, ενώ ο ποδοσφαιριστής είναι υποταγμένος σ' αυτόν. Ο κριτικός τέχνης, μάλιστα, θα σας έλεγε ότι η ανωτερότητα του καλλιτέχνη και πιο συγκεκριμένα του ζωγράφου, οφείλεται και στο γεγονός ότι αυτός δεν προπονείται, σε αντίθεση με τον ποδοσφαιριστή, ενώ θα σημείωνε ότι το έργο τέχνης -σε αντίθεση με το ποδόσφαιρο- μας επιτρέπει να σκεφτούμε είτε το έχουμε μπροστά μας είτε όχι.
Ο κριτικός τέχνης και όλοι όσοι ταυτίζονται με την επιχειρηματολογία του είναι προφανές ότι ουδέποτε υπήρξαν φίλαθλοι, πόσο μάλλον οπαδοί. Εξετάζουν το ποδόσφαιρο «εργαστηριακά», αποστασιοποιημένοι πλήρως από τα έντονα συναισθήματα που μπορεί να χαρίσει. Πόσο βάσιμος είναι λοιπόν ο ισχυρισμός τους ότι το ποδόσφαιρο στερείται πρωτοτυπίας, όταν στο νου μας έρχεται η εκτέλεση του πέναλτι με πάσα από τον Γιόχαν Κρόιφ ή η εκτέλεση φάουλ με το λεγόμενο «κτύπημα του γαϊδάρου», που λανσάρισε η Λιντς το 1971 στα βρετανικά γήπεδα;
Πρόκειται μάλιστα για δύο πρωτοτυπίες τόσο επαναστατικές που οδήγησαν στην αλλαγή των κανονισμών. Οσο για το μυστήριο που διαθέτει η καλλιτεχνική δημιουργία, η οποία μάλιστα είναι απελευθερωμένη από τον βραχνά της επανάληψης, πόσες φορές άραγε επαναλήφθηκε το φαινόμενο της αλλαγής της μπάλας 62 φορές από τους παίκτες μιας ομάδας (Λιντς), χωρίς οι αντίπαλοι να παρέμβουν; Πόσες φορές, επίσης, επαναλήφθηκε το φαινόμενο του τελικού του Παγκοσμίου Κυπέλλου του ’74, με την αλλαγή της μπάλας από τους Ολλανδούς 14 φορές μέχρι το πέναλτι που κέρδισε ο Κρόιφ. Και μπορώ να γράψω ακόμη περισσότερα για τον πλούτο, το μυστήριο, την πρωτοτυπία και την απουσία της επανάληψης στο ποδόσφαιρο.
Πόσες φορές επαναλήφθηκε η προσποίηση του Πελέ στον Μαζούρκεβιτς στο Μεξικό το 1970, το γκολ του Μαραντόνα το 1986 με την Αγγλία, το γκολ του Βαν Μπάστεν στον τελικό του Euro 1988 με την πρώην Σ. Ενωση ή το γκολ του Ζιντάν στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ τo 2002, μία ονειρική πιρουέτα που ξέφυγε από μία θεϊκή χορογραφία;
Όσον αφορά στον πλούτο και την επανάληψη, σκεφτείτε πόσο συχνά τα συναισθήματα αλλάζουν μέσα σε πολύ μικρό χρόνο, στο ποδόσφαιρο. Ο ημιτελικός του Μουντιάλ του '82 ανάμεσα στη Γαλλία και τη Γερμανία και η διακύμανση του σκορ στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ το 1999 ανάμεσα στη Μάντσεστερ και την Μπάγερν είναι δύο εξαιρετικά παραδείγματα. Όσοι λοιπόν υποστηρίζουν ότι όλες οι κινήσεις στο ποδόσφαιρο περιορίζονται από τις γραμμές του γηπέδου και υπακούν σε αυτές, υιοθετούν φανερά μία απλουστευτική προσέγγιση. Γιατί ο χορευτής περιορίζεται ή υπακούει στη μουσική που χορεύει, όπως ο ζωγράφος στα όρια του τελάρου, ο σκηνοθέτης στα όρια του σεναρίου. Και οι πραγματικά μεγάλοι ζωγράφοι είναι αυτοί που ξεπερνούν τα όρια του τελάρου, οι χορευτές ξεπερνούν τη μουσική και οι σκηνοθέτες την καθοδήγηση του σεναρίου.
Σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό της προπόνησης, στην οποία επιδίδονται οι ποδοσφαιριστές, αλλά όχι οι καλλιτέχνες, πρόκειται τουλάχιστον για αστοχία. Κανείς ζωγράφος δεν καταλήγει στο μεγάλο έργο, αν δεν έχει κάνει πρώτα αναρίθμητα σχέδια, κανείς χορευτής δεν τα βγάζει πέρα, αν δεν έχει την άριστη φυσική κατάσταση και καμία συμφωνική ορχήστρα δεν εκτελεί ένα έργο, αν δεν έχει κάνει αναρίθμητες πρόβες. Η ουσία είναι ότι το ποδόσφαιρο έχει πολύ περισσότερα κοινά σημεία με την τέχνη, απ’ όσα οι κριτικοί τέχνης είναι έτοιμοι να παραδεχτούν. Και σ’ αυτό το παιχνίδι, που είναι τέχνη, ξεχωριστή θέση έχουν οι μεγάλοι καλλιτέχνες που μας κάνουν να πηγαίνουμε στα γήπεδα για να δούμε -έστω- μία τους προσποίηση, μία τους ντρίμπλα ή μία τους ενέργεια, που θα μας ξεσηκώσει από την κερκίδα. Πράγματα, που όπως τα μεγάλα καλλιτεχνικά δημιουργήματα είναι σπάνια και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο κερδίζουν τον θαυμασμό μας.
Οσο περισσότερο ορθολογικό γίνεται το ποδόσφαιρο σήμερα εξαιτίας της σπουδαιότητας που έχει αποκτήσει το αποτέλεσμα τόσο λιγότερο είναι τέχνη κι ευτελίζεται σε τεχνική, με αποτέλεσμα οι μαγικές ποδοσφαιρικές ενέργειες να σπανίζουν.
Το σύγχρονο ποδόσφαιρο, που «πνίγεται» από την κυριαρχία των συστημάτων, δίνει την ευκαιρία στους μέτριους ποδοσφαιριστές να εκδικούνται τους πραγματικά μεγάλους, γινόμενοι τα απαραίτητα εργαλεία ανάπτυξης κι εφαρμογής του ποδοσφαιρικού συστήματος. Ο μεγάλος ποδοσφαιριστής, όμως, δεν έχει συγκεκριμένο ρόλο, δεν χωρά στο σύστημα, το υπερβαίνει. Ο ρόλος του μοιάζει μόνο με τον ρόλο που διαδραμάτιζε στην αρχαία ελληνική τραγωδία ο «από μηχανής θεός», η έξωθεν παρέμβαση, το θαύμα που ανέτρεπε τα πάντα.
Οι ενέργειες των μεγάλων ποδοσφαιριστών, όπως αυτές του χαμογελαστού μάγου της Μπάρτσα, του Ροναλντίνιο -που όπως τα εξαιρετικά έργα τέχνης είναι σπάνιες-, είναι μικρά ποιήματα που υμνούν την παντοδυναμία του θαυμαστού επάνω στη μιζέρια της ομοιομορφίας των συστημάτων του σύγχρονου ποδοσφαίρου. Αν η παρουσία τους είναι τέχνη, χαίρομαι που μπορώ να τη βλέπω. Αν είναι μαγεία, χαίρομαι δύο φορές που δεν έχει βρεθεί το ξόρκι που θα την καταργήσει.
Ακολουθήστε τον bwinΣΠΟΡ FM 94.6 στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι τα τελευταία νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.






