Τον τελευταίο καιρό, ο Γερμανός που μιλά περισσότερο από όλους τους συμπατριώτες του και για όλα είναι ο Καρλ Χάιντς Ρουμενίγκε. Παλιός ποδοσφαιριστής της Μπάγερν και σημερινός της πρόεδρος. Κάθε φορά που μιλά ο Ρουμενίγκε, ανανεώνει την αντιπαλότητά του με τον ιδιοκτήτη της Τσέλσι Ρόμαν Αμπράμοβιτς. Αιτία, φυσικά, τα τεράστια ποσά που μπορεί να ξοδεύει ο Ρώσος μεγιστάνας, που –σύμφωνα με τον Ρουμενίγκε– έχουν αλλάξει τους όρους διεξαγωγής του Τσάμπιονς Λιγκ.
Θεωρεί την κατάκτηση της Μπουντεσλίγκα πολύ σημαντικότερο πράγμα από την κατάκτηση του Τσάμπιονς Λιγκ, κάτι στο οποίο σε λίγο κανείς δεν θα μπορεί να ανταγωνιστεί τον Αμπράμοβιτς, που έχει αλλάξει τους όρους ανταγωνισμού υπέρ του. Αυτή η παραδοχή του Ρουμενίγκε, ότι η πλουσιότερη ομάδα της Γερμανίας δεν μπορεί να συναγωνιστεί την Τσέλσι, ακούγεται, τουλάχιστον ατυχής.
Διότι, πάνω απ’ όλα, η Γερμανία είναι η χώρα της οποίας το πρωτάθλημα γίνεται με γεμάτα γήπεδα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της περιόδου που ολοκληρώθηκε, ο μέσος όρος στα παιχνίδια της Μπουντεσλίγκα ήταν 38.191 θεατές. Ο μεγαλύτερος μέσος όρος από κάθε άλλο πρωτάθλημα στον κόσμο. Δείτε, για παράδειγμα, τι συνέβη φέτος με την Μπορούσια Ντόρτμουντ. Παρά το γεγονός ότι τερμάτισε έβδομη, σχεδόν 70 χιλιάδες άνθρωποι παρακολουθούσαν κάθε παιχνίδι της εντός έδρας. Ισως ποτέ άλλοτε το ποδόσφαιρο δεν ήταν τόσο δημοφιλές στη Γερμανία, όπως προκύπτει και από την κίνηση των εισιτηρίων.
Κι όμως, ένα σωρό πρωτοκλασάτοι ποδοσφαιριστές εγκαταλείπουν το γερμανικό ποδόσφαιρο. Μπάλακ, Ροτσίσκι, Μπερμπάτοφ, έφυγαν για Αγγλία, αλλά δεν αντικαταστάθηκαν από ανάλογης αξίας ποδοσφαιριστές, οι οποίοι προτιμούν άλλα πρωταθλήματα. Παρά το γεγονός ότι συνολικά οι ομάδες της Μπουντεσλίγκα είχαν κέρδη 65 εκατομμυρίων ευρώ την περίοδο 2004-05 (κέρδη είχε επίσης και η Πρέμιερσιπ), φαίνεται ότι οικονομικά το γερμανικό ποδόσφαιρο υπολείπεται του αγγλικού, του ιταλικού και του ισπανικού ποδοσφαίρου, στα οποία ξοδεύονται περισσότερα χρήματα. Αυτό μπορεί να οφείλεται στην προσέγγιση των Γερμανών στο ποδόσφαιρο, την οποία θα μπορούσα να χαρακτηρίσω περισσότερο «σοσιαλδημοκρατική», καθώς η διανομή των χρημάτων από τα τηλεοπτικά δικαιώματα είναι πολύ περισσότερο δίκαιη από ό,τι σε άλλα πρωταθλήματα, όπως στην Ιταλία, για παράδειγμα, στην οποία οι μεγάλες ομάδες εισπράττουν 20 φορές περισσότερα από τις μικρές ομάδες.
Επιπλέον, στη Γερμανία δεν υπάρχουν πολυεκατομμυριούχοι ιδιοκτήτες που να αντιμετωπίζουν το ποδόσφαιρο ως χόμπι και να ξοδεύουν απλόχερα εκατομμύρια. Στη Γερμανία, το ποδόσφαιρο θεωρείται ακόμα ένα σπορ για τον πολύ κόσμο. Οι γερμανικές ομάδες αρνήθηκαν μια μεγάλη προσφορά από ένα καλωδιακό κανάλι για τα τηλεοπτικά τους δικαιώματα, διότι τα στιγμιότυπα της αγωνιστικής θα μεταδίδονταν αργά το βράδυ, αντί για τις 6:30 το απόγευμα.
Επίσης, ένα ακόμα ζήτημα έχει να κάνει με τις τιμές των εισιτηρίων. Η μέση τιμή ενός εισιτηρίου για έναν αγώνα της Μπουντεσλίγκα είναι 20 ευρώ περίπου, ενώ η τιμή του φθηνότερου διαρκείας της Μπάγιερν, για τα 17 εντός έδρας παιχνίδια της, είναι 156 ευρώ. Βέβαια, στα γερμανικά γήπεδα υπάρχουν ακόμη θέσεις ορθίων. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, η χωρητικότητα των γερμανικών σταδίων στο Παγκόσμιο Κύπελλο εμφανίζεται χαμηλότερη από ό,τι στα παιχνίδια της Μπουντεσλίγκα.
Το γεγονός ότι οι Γερμανοί δεν είναι διατεθειμένοι να ξοδέψουν τα ποσά που ξοδεύονται αλλού, για μισθούς και συμβόλαια ποδοσφαιριστών, πιθανότατα ανοίγει τον δρόμο για την ανάπτυξη των φυτωρίων των γερμανικών ομάδων. Ετσι, οι νεαροί Γερμανοί ποδοσφαιριστές σιγά σιγά θα αρχίσουν να παίρνουν χρόνο συμμετοχής στις ομάδες τους. Αρκεί, όμως, αυτό για να τους ξανακάνει ανταγωνιστικούς στην Ευρώπη;
Πόσο κοστίζει το Τσάμπιονς Λιγκ;
Aς υποθέσουμε ότι το Τσάμπιονς Λιγκ έχει μια τιμή. Λογικά, τότε, θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι διεκδικητές του θα ήταν μόνον όσοι είχαν την οικονομική δυνατότητα να «το αγοράσουν». Ομως, το ποδόσφαιρο δεν είναι πάντα μόνο ζήτημα οικονομικής δύναμης. Οταν η Πόρτο με τη Μονακό έφτασαν στον τελικό του 2004, δεν ήταν οι πλουσιότερες ομάδες της Ευρώπης.
Η μεν Πόρτο δεν ήταν καν μέσα στις 20 πλουσιότερες, η δε Μονακό είχε σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Η Μίλαν είχε πολύ μεγαλύτερη οικονομική δύναμη από τη Λίβερπουλ, αλλά στον τελικό της Κωνσταντινούπολης έχασε το τρόπαιο. Την τελευταία δεκαετία το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο είναι γεμάτο με ιστορίες ομάδων που ξόδευαν πολλά χρήματα για να φτιάξουν ένα σύνολο που θα τους επέτρεπε να κατακτήσουν το τρόπαιο και τελικά έφτασαν στο χείλος του γκρεμού η χρεοκόπησαν.
Οι ιστορίες της Λιντς, της Βαλένθια και της Ντόρτμουντ (που το κατέκτησε, κιόλας, το 1997) είναι ενδεικτικές. Φαίνεται, όμως, ότι ο Ρόμαν Αμπράμοβιτς δεν πρόκειται να ησυχάσει αν η ομάδα του δεν γίνει πρωταθλήτρια Ευρώπης. Την τελευταία τριετία ξοδεύει απίστευτα ποσά, αγοράζοντας ποδοσφαιριστές με την ίδια άνεση που κάποιος αγοράζει καλοκαιρινά μπλουζάκια.
Αν και έχει ξοδέψει περισσότερα από 750 εκατομμύρια ευρώ, δεν έχει καταφέρει να φτάσει στον τελικό. Φέτος, μόνο, ξόδεψε 150 εκατομμύρια ευρώ για να αγοράσει Σεβτσένκο, Καλού, Ομπι Μάικελ και, ως ελεύθερο, τον Μπάλακ. Μάλιστα, για τον 18χρονο Νιγηριανό πλήρωσε 12 εκατομμύρια στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, στην οποία είχε υπογράψει προσύμφωνο ο Μάικελ, και άλλα 4 στην ομάδα του στη Νορβηγία. Τέλος Ιουνίου, κλείνει το οικονομικό έτος για τις αγγλικές ομάδες και πρόκειται να δούμε πώς θα έχουν πάει τα οικονομικά στοιχεία τους.
Σύμφωνα με την εικόνα που υπάρχει μέχρι τώρα, η Τσέλσι δεν θα ξεπεράσει τις ζημίες της περιόδου 2004/05, οπότε και παρουσίασε ένα έλλειμμα 215 εκατομμυρίων ευρώ. Οι φετινές ζημιές υπολογίζονται γύρω στα 190 εκατομμύρια, αλλά δεν υπάρχει καμία ανησυχία, μια και ο «τσάρος Ρόμαν» δεν έχει πρόβλημα ρευστότητας. Αν όμως και φέτος δεν μπορέσει να πάρει το Τσάμπιονς Λιγκ, ποιος μπορεί να πει με σιγουριά ότι θα σταματήσει να ξοδεύει;
Ακολουθήστε τον bwinΣΠΟΡ FM 94.6 στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι τα τελευταία νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.






