Παλαιότερες

Φτάνει να ξέρει τι θέλει (Sportday / Αντώνης Καρπετόπουλος)

Όσα έχουν συμβεί τα τελευταία χρόνια με την αναζήτηση ξένων προπονητών από τον Ολυμπιακό, τον ΠΑΟ και την ΑΕΚ πρέπει να μας έχουν κάνει όλους σοφότερους. Για πρώτη φορά οι ελληνικές ομάδες χτύπησαν την πόρτα ξένων προπονητών με μεγάλα κασέ τόσες πολλές φορές. Ο ΠΑΟ βολιδοσκόπησε τον Τζακερόνι και πριν και μετά τον Μαλεζάνι. Ο Ολυμπιακός συζήτησε πέρυσι με τον Λε Γκουέν, η ΑΕΚ την τελευταία εβδομάδα έχει μιλήσει με όποιον έχει καλό όνομα και συμβαίνει να τον γνωρίζουν οι μάνατζερ που συνεργάζονται μαζί της. Μερικά συμπεράσματα είναι χρήσιμα.

Όσο πιο μεγάλο κασέ έχει ένας προπονητής τόσο πιο μεγάλες είναι οι απαιτήσεις του. Οι οπαδοί στην Ελλάδα πιστεύουν συνήθως άλλα πράγματα. Επειδή είναι ευκολότερο να βρεις έναν ακριβό προπονητή παρά να πείσεις έναν παίκτη με μεγάλο συμβόλαιο να έρθει στην Ελλάδα, σχεδόν όλοι πιστεύουν ότι η απόκτηση ενός ακριβού προπονητή είναι η λύση σε όλα τα προβλήματα: τον παίρνεις και σου μεταμορφώνει την ομάδα με τη μαγκιά του και την αξία του. Σας πληροφορώ ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερο παραμύθι.

Μεταγραφές

Πέρυσι ο Ολυμπιακός συζητούσε με τον Λε Γκουέν. Το γιατί ο Γάλλος δεν ήρθε το βλέπουμε φέτος, που πήγε στην Γκλάσκοου Ρέιντζερς. Πριν καλά καλά αρχίσουν οι μεταγραφές, ο Γάλλος έχει καταθέσει σε πέντε-έξι ομάδες προτάσεις αγοράς παικτών τους. Θέλει τον Ζιβέ, πήρε τον Σβένσον, «χτυπάει» τον Σνάιντερ: δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στο τέλος της χρονιάς θα έχει σπαταλήσει γύρω στα 15, ίσως και 20 εκατ. ευρώ –χρήματα, δηλαδή, που ο Ολυμπιακός δεν είχε για ξόδεμα. Μη σας κάνει εντύπωση, το ίδιο έκανε και στη Λιόν.

Στράφι

Όσο πιο φίρμα είναι ο προπονητής τόσο πιο πολλά χρήματα ξοδεύει η ομάδα του. Στη Λίβερπουλ τα τρελά χρήματα τα ξόδεψαν ο Μπενίτεθ και ο Ουγέ, όχι ο Σούνες. Στην Μπαρτσελόνα καταξοδεύτηκαν για να ικανοποιήσουν τον Φαν Γκάαλ. Στην Ιταλία ο Καπέλο όπου πάει απαιτεί θυσίες: είναι ο προπονητής που έχει φτιάξει την πιο ακριβή Μίλαν, την πιο ακριβή Γιούβε και την πιο ακριβή Ρόμα –με τα χρήματα που αυτές ξόδεψαν τον καιρό της παρουσίας του κατάφερε και πήρε τίτλους και με τις τρεις. Στη Γερμανία η ακριβότερη ομάδα ήταν αυτή του Χίτζφελντ. Οταν άρχισαν να του λένε για περικοπές, είπε «αντίο και σας ευχαριστώ». Ο Αμπράμοβιτς στην Τσέλσι πήρε τον ακριβότερο προπονητή του κόσμου, αλλά για χάρη του Μουρίνιο κάθε χρόνο σκορπάει δισεκατομμύρια. Οι πρόεδροι ψάχνουν προπονητές-φίρμες μόνο όταν αποφασίζουν να ξοδέψουν πολλά. Η παρουσία του «ακριβού» προπονητή αποτελεί ελπίδα ότι τα χρήματα της επένδυσης δεν θα πάνε στράφι.

Λίγα

Οι ίδιοι οι προπονητές ζητούν εγγυήσεις ότι θα πέσουν χρήματα. Ο Λε Γκουέν και ο Βενγκέρ έκριναν κάποτε ότι αν ο σκοπός του Ολυμπιακού είναι η ευρωπαϊκή διάκριση, τα χρήματα που τους δίνει ο Κόκκαλης να διαχειριστούν είναι λίγα κι αρνήθηκαν το στοίχημα, προστατεύοντας το όνομά τους. Οι προπονητές γνωρίζουν καλύτερα από τον καθένα ότι δουλεύουν πάντα και για το επόμενο αφεντικό τους. Η καριέρα τους είναι εύκολο να γίνει κομμάτια. Αν ο Λε Γκυέν τερμάτιζε τελευταίος σε όμιλο Τσάμπιονς Λιγκ, η πιθανότητα να ξανάπαιρνε από ομάδα τα χρήματα που ζητούσε θα ήταν μηδαμινή. Θα ήταν για την Ευρώπη ένας καλός Γάλλος, που πήγε στην Ελλάδα και χάθηκε…

Ανάγκες

Το καλό είναι ότι όλες οι ομάδες δεν έχουν τις ίδιες ανάγκες. Οι ομάδες που επενδύουν ψάχνουν τους καλύτερους, αλλά υπάρχουν κι άλλου τύπου ομάδες. Ομάδες που απλώς κάνουν πρωταθλητισμό στη χώρα τους και ψάχνουν προπονητές που να ξέρουν από πρωταθλητισμό, ομάδες που θέλουν να βγάζουν παίκτες κι εμπιστεύονται ανθρώπους που αυτό το κάνουν, ομάδες που παίζουν για να σωθούν, ομάδες που έχουν στόχο να προσφέρουν θέαμα, ομάδες που πρέπει να προσέχουν τον προϋπολογισμό τους και να βγάζουν κέρδη: προπονητές υπάρχουν για όλες τις ομάδες του κόσμου –το θέμα είναι να ξέρεις τι θες.

Προσθήκες

Ο Κόκκαλης ήθελε κάποιον για να διαχειριστεί καλά τα χρήματα που βάζει: για τον Σόλιντ ήταν ευκαιρία και πρόοδος στην καριέρα του. Ο Τζίγκερ ήθελε κάποιον που να έχει κάνει πρωταθλητισμό και να μην έχει μεγάλες απαιτήσεις, καθώς θεωρεί ότι η ομάδα του είναι σχεδόν έτοιμη κι απλώς χρειάζεται μια-δυο προσθήκες. Η ΑΕΚ, αν ξέρει τι θέλει, κάποιον προπονητή θα βρει.

Αγγελία

Ξέρει; Ο Ντέμης δεν μου μοιάζει να έχει ξεκάθαρες προτεραιότητες. Αν αύριο έβαζε μια αγγελία που να έλεγε ότι ψάχνει κάποιον που να είναι ή νέος και φιλόδοξος ή έμπειρος και επιτυχημένος, που να δεχτεί να αναλάβει την ομάδα χωρίς να κάνει μεταγραφές ο ίδιος, που να πρέπει να συνεργαστεί με τον Μπάνγκσμπο ακόμα κι αν δεν τον γνωρίζει, που να πρέπει να κάνει ανανέωση αλλά ταυτόχρονα πρωταθλητισμό, που να προκριθεί στους ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ αλλά και να μην έχει απαιτήσεις για ακριβούς παίκτες, πολύ φοβάμαι ότι δεν θα έβρισκε κανέναν προπονητή. Θα έβρισκε μόνο κάποιον απατεώνα που θα ερχόταν για την αποζημίωση.

Ιστορία

Γιατί; Γιατί όλα αυτά είναι εύκολο να τα λες, αλλά δύσκολα γίνονται. Για την ακρίβεια, γίνονται μόνο από ανθρώπους που έχουν πολύ βαθιά γνώση των αναγκών του συλλόγου που τους προσλαμβάνει και καταθέτουν μεράκι και αγάπη, με σκοπό να φτιάξουν και οι ίδιοι το όνομά τους. Τέτοια κατορθώματα έχουν κάνει πολύ λίγοι. Ο Φαν Γκάαλ στον Αγιαξ, ο Ρεχάγκελ στη Βέρντερ, ο Σκάλα στην Πάρμα, ο Μπάγεβιτς στην ίδια την ΑΕΚ: το κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών είναι ότι ήταν παιδιά των συλλόγων που τους ανέδειξαν, προπονητές που «μεγάλωσαν» μαζί με τον σύλλογο. Και τους θυμόμαστε όχι απλώς γιατί πέτυχαν, αλλά γιατί έκαναν θαύματα. Έναν τέτοιο θα έπρεπε να ψάχνει η ΑΕΚ, μόνο που αυτούς συνήθως τους φέρνει η ιστορία και όχι οι διοικήσεις. Τόσο σπάνιοι είναι…

Ένας ένας

Λίγες μέρες πριν από την έναρξη του Μουντιάλ και κάθε μέρα που ανοίγω την εφημερίδα τρέμω ότι θα διαβάσω πως κάποιος ακόμα παίκτης έχει τραυματιστεί. Για την ώρα κινδυνεύουν να χάσουν την πρεμιέρα των ομάδων τους παίκτες όπως ο Μπάλακ, ο Τζαμπρότα, ο Κοκού, ο Εμερσον, ο Ρούνεϊ και κάθε μέρα που περνάει πέφτει κάτω κι ένας. Την ίδια στιγμή, η G14 προτείνει να γίνεται το Παγκόσμιο Κύπελλο κάθε δύο χρόνια: έχω την εντύπωση ότι τους παίκτες δεν τους σκέφτεται πλέον κανένας.

Οι διοργανώσεις πρέπει να αλλάζουν όταν αλλάζουν και οι συνθήκες. Η ίδια η ιστορία του Παγκοσμίου Κυπέλλου είναι μια ιστορία ασταμάτητων αλλαγών. Στην αρχή οι ομάδες ήταν μόλις 8, έγιναν 16, έγιναν 24 και σήμερα είναι 32. Κάποτε υπήρχαν δύο όμιλοι, σήμερα οκτώ. Το σύστημα διεξαγωγής των αγώνων έχει αλλάξει ουκ ολίγες φορές.

Έχει γίνει Παγκόσμιο Κύπελλο με δύο ομίλους, με ομίλους και στον δεύτερο γύρο, με νοκ άουτ ματς, ακόμα και Παγκόσμιο Κύπελλο χωρίς τελικό! Επειδή δεν υπάρχει και ιστορικά κάποια ιδιαίτερη θρησκευτική προσήλωση στον τρόπο διεξαγωγής του μεγάλου Κυπέλλου, είναι ώρα να πάρουν μια γενναία απόφαση και να μεταφέρουν το πράγμα στον Σεπτέμβριο. Ας πάνε αντίστοιχα πιο πίσω την έναρξη των πρωταθλημάτων: το βέβαιο είναι ότι ο Ιούνιος δεν είναι πλέον μήνας για να παίζεται ποδόσφαιρο. Εκτός αν στον Μπλάτερ και στους υπολοίπους αρέσει να βλέπουν παίκτες να σωριάζονται στο χορτάρι ή να παίρνουν τα αναβολικά που τους δίνει ο κάθε κομπογιαννίτης μήπως κι αντέξουν.

Ευτυχώς στη Γερμανία δεν κάνει ζέστη και δεν έχει και τρομερή υγρασία: είναι κι αυτό μια παρηγοριά. Αν η διοργάνωση γινόταν σε χώρα της Νότιας Ευρώπης, θα μάζευαν τους παίκτες με τα ασθενοφόρα: δεν γίνονται όλα. Σήμερα, με τη γιγάντωση του Τσάμπιονς Λιγκ, οι παίκτες κλάσης δίνουν πάνω από 50 ματς τον χρόνο: είναι σχεδόν αδύνατον να είναι σε φόρμα Ιούνιο μήνα, για να παίξουν μάλιστα σε ένα τουρνουά που κρατάει ένα μήνα! Τον Σεπτέμβριο ή ακόμα και τον Δεκέμβριο θα βλέπαμε ένα άλλου είδους τουρνουά. Ανάμεσα σε πραγματικούς παίκτες και όχι σε ζωντανούς-νεκρούς, που ίσα ίσα στέκονται στα πόδια τους…

Ακολουθήστε τον bwinΣΠΟΡ FM 94.6 στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι τα τελευταία νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.

close menu
x