Τον είχαμε κοντά μας πέντε ολόκληρα χρόνια, μα ποτέ δεν τον εκτιμήσαμε όπως του άξιζε. Το καλοκαίρι που έφυγε κρατηθήκαμε, ίσως γιατί πιστέψαμε πως «αν πεθάνει μια αγάπη δεν πεθαίνει κι η ζωή, ό,τι πέρασε περνάει μα μπορεί ν’ αναστηθεί». Σήμερα όμως, που ανακοίνωσε και επισήμως μέσω του sport24.gr την οριστική του αποχώρηση από τα γήπεδα, λύγισαν κι οι πέτρες.

Μόνο λύγισαν; Ζελέ έγιναν, που μετά διαλύθηκε σε καυτά δάκρυα. Γιατί εδώ δεν μιλάμε απλώς για ένα ακόμα «κρέμασμα ποδοσφαιρικών παπουτσιών». Όχι. Εδώ μιλάμε για την απόσυρση από το προσκήνιο ενός από τους τελευταίους πραγματικά αδούλωτους πρωτεργάτες του ποδοσφαιρικού σοσιαλισμού. Ενός γνήσιου Βάσκου μαχητή που ξεκίνησε από το ταπεινό Lazkao και ήρθε στα 28 του στην Ελλάδα για να μεταλαμπαδεύσει το αγωνιστικό πνεύμα -τον πυρήνα της ύπαρξής του- στους ραγιάδες που ζούσαν τυφλοί και τυφλωμένοι από την πρόσκαιρη ευμάρεια που τους εξασφάλιζαν οι δανεικοί παράδεισοι.

Κι εμείς τι κάναμε; Αυτό που ξέρουμε καλύτερα απ’ όλα: Να μετατρέπουμε τη ζήλια και το φθόνο μας σε επάγγελμα. Να λοιδωρούμε τον καλύτερό μας μέχρι να πέσει στο επίπεδό μας και μόλις φτάσει εκεί να του δίνουμε μια γερή κλωτσιά να πάει ακόμα παρακάτω. Σ’ αυτό, ναι, είμαστε άφθαστοι. Και το πράξαμε με λύσσα -και ομαδικώς. Όταν ο Βάσκος πορθητής κούρσευε το Μιλάνο εμείς το αποδίδαμε στην «τύχη του τσουρουκά» κι όταν ο σοφός στόπερ μάζευε τα ασυμμάζευτα σε μια παραπαίουσα άμυνα, εμείς μιλούσαμε για τον «γκελαδόρο που κάνει δύο λάθη σε μία πάσα».

Τι καταφέραμε μ’ όλα αυτά; Να τον στενοχωρήσουμε, να τον πικράνουμε, να δηλητηριάσουμε την καρδούλα του και -εν τέλει- να τον εξοστρακίσουμε με τον τρόπο μας στην ξενιτιά. Ποιον; Αυτόν που όταν μας έδειχνε το δρόμο της πάλης και της αντίστασης, εμείς κοιτάγαμε τα χαλίκια του διπλανού χωματόδρομου. Αυτόν που όταν σάλπιζε την έναρξη του μαζικού αγώνα με το φλογισμένο βλέμμα του, εμείς τον αγνοούσαμε γιατί τ’ αυτιά και τα μάτια μας ήταν καλυμμένα από το χοντρό στρώμα λίπους που η προσωπική αδιαφορία δημιούργησε για τον καθένα μας.

Τώρα πια, μουδιασμένοι και λειψοί, καθόμαστε ακίνητοι στη γωνίτσα μας παρατηρώντας τα τραίνα να περνούν. Χωρίς κουράγιο, χωρίς αποσκευές, χωρίς ενέργεια, χωρίς φωνή. Την ίδια στιγμή αυτός που θα μπορούσε να μας παρακινήσει, που θα μπορούσε να μας ξεσηκώσει, που λαχτάρησε όσο τίποτα άλλο να είναι μπροστάρης στους δίκαιους αγώνες παροπλίζεται, βουβαίνεται, αποσύρεται πικραμένος. Δεν σταθήκαμε αντάξιοί σου, Γιοσού. Ελπίζουμε κάποτε να μας συγχωρήσεις για τη δειλία μας. Και ευχόμαστε, όταν κάποτε αποκατασταθεί ξανά η δημοκρατία στον τόπο μας, να καταδεχτείς να μπεις στο αεροπλάνο και να ‘ρθεις να το γιορτάσουμε παρέα.

Γιάννης Τσαούσης

www.fightclub.gr

Κοπιάστε στο... fightclub@sday.gr