Πάντα είχα την απορία γιατί ονομάζουμε το σπίτι που μεγαλώσαμε «πατρικό» και όχι «μητρικό»: οι μανάδες ήταν αυτές που πάντα καθόριζαν πώς θα ήταν στημένο το σπίτι, πώς θα λειτουργούσε, πώς θα ήταν η διακόσμηση και πού θα έμπαιναν τα σεμεδάκια, πού θα κρέμονταν τα κάδρα και σε ποια γωνία θα φώλιαζαν τα σεκρετέρ κι εκείνα τα ασήκωτα παλιά σκρίνια που είχαν μέσα το «καλό σερβίτσιο». Το «πατρικό», τουλάχιστον για τη γενιά τη δική μου, τους απανταχού 40άρηδες πάνω - κάτω, το κουμαντάριζε η μάνα που δεν δούλευε, οπότε πέρναγε όλον της τον καιρό στο σπίτι, στην αρχή για να μεγαλώσει τα παιδιά. Και στη συνέχεια όταν τα παιδιά μεγάλωναν και πήγαιναν σχολείο, η μάνα έμενε μέσα στο σπίτι για να κάνει τις δουλειές της και να φτιάξει τον χώρο «της» όπως τη βόλευε καλύτερα. Κι ο πατέρας; Ο πατέρας για την δική μου γενιά ήταν συνήθως ο άνθρωπος που δούλευε για να μην λείψει τίποτα από την οικογένειά του και γύριζε κάποια στιγμή κατάκοπος για να βρει το τραπέζι στρωμένο με ζεστό φαγητό και να ξαπλώσει να ξεκουραστεί μια στάλα.

Βρέθηκα στο πατρικό μου, στου Γκύζη (Γύζη λένε τώρα την περιοχή και πολύ σωστά κάνανε και το διόρθωσαν αλλά για μένα που έζησα εκεί 30-τόσα χρόνια, πάντα Γκύζη θα είναι). Έκανα μια βόλτα με τα πόδια στην παλιά μου γειτονιά, ψάχνοντας να βρω πράγματα από το τότε - δεν βρήκα και τόσα πολλά. Εκείνο το τραγούδι του Μαζωνάκη με τους Going Through, που λέει «Θέλω να γυρίσω στα παλιά, θέλω την παλιά μου γειτονιά» λέει τη μισή αλήθεια: δεν υπάρχει γυρισμός στην παλιά την γειτονιά, διότι η γειτονιά «μεγαλώνει» κι αλλάζει όπως κι εσύ. Όλα είναι διαφορετικά - δεν ξέρω αν είναι καλύτερα ή χειρότερα, αλλά σίγουρα είναι διαφορετικά. Ο φούρνος που παίρναμε ψωμί, το ψιλικατζίδικο από πάνω, το ζαχαροπλαστείο «Ρίζος» όπου λέγαμε τον πόνο μας για τον Παναθηναϊκό, το τυροπιτάδικο λίγο πιο κάτω, το βίντεο-κλαμπ δίπλα στα οπτικά του συγχωρεμένου του Μιχάλη, όλα άλλαξαν δίνοντας τη θέση τους σε άλλα μαγαζιά ή σε πρώην μαγαζιά με ενοικιαστήριο στην βιτρίνα.

Η επιστροφή στο «πατρικό» και την «παλιά τη γειτονιά», έχει πάντα μια γλυκόπικρη γεύση. Είναι σαν να ξεφυλλίζεις ένα φωτογραφικό άλμπουμ χιλίων σελίδων και να θυμάσαι μικρές λεπτομέρειες και στιγμές που τότε φάνηκαν ασήμαντες αλλά σήμερα καταλαβαίνεις ότι έχουν καθορίσει αυτό που είσαι. Όλα μπορεί να έχουν αλλάξει τριγύρω, αλλά αρκεί ένα σεμεδάκι της μάνας, μια παλιά φωτογραφία πάνω στην «αρχαία» βιβλιοθήκη, το γνώριμο μουγγάνισμα του ψυγείου, το τρίξιμο του παντζουριού, το ανοιχτό παράθυρο στην κουζίνα - το «καπνιστήριο του σπιτιού» - για να θυμηθείς με τη μια όλα αυτά που δεν θα ξεχάσεις ποτέ.

Πήρα αγκαλιά μια φωτογραφία των γονιών μου, από τότε που ήταν νέοι, χαμογελαστοί και χαρούμενοι, από μια εποχή χωρίς ευκολίες αλλά και χωρίς μνημόνια, χωρίς πολλά λεφτά αλλά και χωρίς πολλή μιζέρια. Αναρωτήθηκα αν τους είχα πει πόσο τους αγαπούσα όσο ζούσαν και έφυγα. Πέρασα μπροστά από το κοσμηματοπωλείο που έχει ακόμα η οικογένεια της Έφης, το μαγαζί με τις κορνίζες που έχει ακόμα η οικογένεια του Βασίλη, ανηφόρισα την Αλεξάνδρας κι έφαγα δυο κρέπες στο «Ετουάλ» δίπλα στο «Νιρβάνα» όπου ο Τάκης βγήκε μεν στη σύνταξη αλλά η παλιά του συνέταιρος που έχει το μαγαζί φτιάχνει τις ίδιες καταπληκτικές κρέπες με το ίδιο υπέροχο χαμόγελο, συνέχισα περνώντας πίσω από τη «Λεωφόρο», στα ανοιχτά γήπεδα του μπάσκετ που πρέπει να έχω σουτάρει εκατομμύρια φορές (με αξιοπρεπή ποσοστά ευστοχίας...) Τελικά υπάρχουν ακόμα μερικά πράγματα από την «παλιά τη γειτονιά» που σε κάνουν να μην νιώθεις άβολα και «ξένος» ποτέ κι ας έχουν αλλάξει όλα. Κι ας έχεις αλλάξει τόσο κι εσύ.

Κώστας Βαϊμάκης

www.fightclub.gr

Κοπιάστε στο... fightclub@sday.gr

ON DEMAND: Όλα τα ρεπορτάζ στο επίσημο κανάλι του ΣΠΟΡ FM στο youtube