Παλαιότερες

Τουλάχιστον οι πίνακες δεν μουρμουράνε (Sportday / Αντώνης Πανούτσος)

Πριν από 30 χρόνια, μεθυσμένος σε μια παμπ του Shepherds Bush, έδωσα γύρω στις 50 λίρες για να αγοράσω μια θαλασσογραφία. Την επόμενη μέρα το πρωί είδα ότι: 1) Η θάλασσα είχε αυτό το όμορφο φλούο χρώμα του απορρυπαντικού των πιάτων. 2) Το κατάρτι του καραβιού σε σύγκριση με το σκάφος είχαν την αναλογία ενός κονταριού σημαίας μέσα σε μία σκάφη. 3) Ο ήλιος στο βάθος πρέπει να ήταν λεκές από τον καφέ του καλλιτέχνη που χύθηκε στον καμβά. Κατά τα άλλα, η θαλασσογραφία ήταν ακόμα πιο χάλια. Ομως είχα δώσει 50 λίρες. Για τα επόμενα 20 χρόνια κουβάλαγα τον κωλοπίνακα σε κάθε μετακόμιση. Τον έβαζα στην αποθήκη και μετά ο επόμενος άνθρωπος που τον έβλεπε ήταν ο επόμενος μεταφορέας του Orphee Veinoglou. Μέχρι που μια μέρα πήρα το θάρρος, τον άφησα δίπλα σε έναν κάδο σκουπιδιών και εύχομαι αυτός που τον έχει και τον ταλαιπωρεί σήμερα να μη διαβάζει αυτό το κείμενο και τον φέρει πίσω. Μια εισαγωγή που μπορεί να σταθεί χρήσιμη στους προβληματισμούς του Ολυμπιακού για την εκκαθάριση του ρόστερ του. Αντίθετα με την επάρατη θαλασσογραφία, ορισμένοι από τους παίκτες του Ολυμπιακού που είναι για να φεύγουν δεν είναι άχρηστοι. Ας πούμε ότι οι πίνακες είναι καλοί, αλλά δεν υπάρχουν τοίχοι για να ταιριάζουν. Διότι και ο Μιχάλης Καψής ήταν ενδεκαδάτος παίκτης της Εθνικής όταν ο Ολυμπιακός τον αποκτούσε και ο Παντελής Καφές αναπληρωματικός της Εθνικής και μια χαρά παίκτης. Ο πρώτος, όμως, δεν έδεσε με τα αποδυτήρια της ομάδας και ο δεύτερος με την κερκίδα. Εδώ ας προβληματιστεί ο Ολυμπιακός, γιατί οι δύο παίκτες δεν έχουν ευθύνη. Ομως, ανεξαρτήτως ευθύνης, οι παίκτες δεν έδεσαν με την ομάδα και τους οπαδούς. Με το να τους κουβαλάει ο Ολυμπιακός, το μόνο που κάνει είναι να τους ταλαιπωρεί και να ταλαιπωρείται. Ακόμα περισσότερο με το να διατηρεί στο ρόστερ του τον Ερβιν Λέμενς. Ο Βέλγος έμεινε στον Ολυμπιακό επειδή η διοίκηση δεν μπορούσε να δεχτεί ότι έδωσε τζάμπα λεφτά. Το ρεκόρ, όμως, του Λέμενς ως του μόνου ξένου παίκτη που ήρθε στην Ελλάδα και δεν παίζει μετά από ενάμιση χρόνο σε επίσημο ματς είναι πλέον ασφαλές ότι δεν θα καταρριφθεί. Το πρόβλημα στον Ολυμπιακό είναι ότι βρίσκεται στη μέση της σεζόν και δεν μπορεί να πετάξει κι άλλους πίνακες. Οπότε θα πρέπει να περιμένει το καλοκαίρι. Εκτός αν τον πιάσει η τσιγκουνιά και σκεφτεί «τόσα λεφτά δώσαμε, για να δούμε αν αυτός θα παίξει μπάλα φέτος». Να υπενθυμίσω ότι –με εξαίρεση τον Παρασκευά Αντζα– κανένας παίκτης που δεν έπαιξε καλά την πρώτη χρονιά δεν βελτιώθηκε τη δεύτερη. Και ότι ανάμεσα στους πίνακες και τους ανθρώπους που μπαίνουν στα άχρηστα, οι πρώτοι σκονίζονται, οι δεύτεροι μουρμουράνε. Στα αποδυτήρια.

Το 1951 ο Κώστας Χατζηαργύρης, τυπογράφος στο επάγγελμα, αποφάσισε να εκδώσει τον «Θρύλο του Κωνσταντή». Ηταν ένα μυθιστόρημα για την πειρατεία στο Αιγαίο, αλλά με αναπάντεχη για την εποχή πλοκή. Οι πειρατές αιχμαλωτίζουν έναν καλόγερο, ο οποίος από όμηρος εξελίσσεται σε στέλεχος. Οι πειρατές συνεχίζουν να κάνουν ό,τι έκαναν και προηγουμένως, αλλά με τις ευλογίες του Θεού. Το πλέον ιδιότυπο χαρακτηριστικό, όμως, στα βιβλία του Χατζηαργύρη ήταν ότι στο τέλος τους η υπόθεση κατέληγε να εξελίσσεται περιληπτικά. Εχοντας περιορισμένα χρήματα για την έκδοση, ο Χατζηαργύρης οδηγούνταν σε μια μορφή κειμένου «και αν είχα περισσότερα λεφτά για να συνεχίσω το βιβλίο, ο καπετάν Παναγής θα έκανε παιδί με την Αργυρώ, ενώ ο εχθρός του, Σαλπίνο, θα επιτίθετο στο κάστρο του». Το βιβλίο δεν το έχω και τα προηγούμενα τα γράφω από μνήμης, οπότε 30 χρόνια από τότε που το διάβασα τα λάθη συγχωρούνται. Θυμήθηκα, όμως, τον τρόπο συγγραφής των βιβλίων του Χατζηαργύρη, όταν η ακροάτρια του SuperΣΠΟΡ FM Σούλα Σ.Κ. μού έκανε δώρο το βιβλίο των Πάνου Μακρίδη, Ευάγγελου Φουντουκίδη «Αυτός είναι ο Ολυμπιακός».

Δεν θυμόμουν καν τον τίτλο όταν είχα αναφερθεί στην ύπαρξή του στο ραδιόφωνο. Το βιβλίο μού το είχε αγοράσει από περίπτερο το 1958 ο θείος μου ο Αντώνης, ο οποίος με πήγαινε από τεσσάρων χρόνων σε κάθε γήπεδο της Αττικής. Θυμόμουν, όμως, τη μορφή του. Οτι το βιβλίο δεν είχε εξώφυλλο, του οποίου τον ρόλο έπαιζε η πρώτη σελίδα. Φυσικά, δεν είχε ούτε οπισθόφυλλο, αφού η τελευταία σελίδα του αναφέρεται στο τμήμα ιστιοπλοΐας του Ολυμπιακού. Η ιστορία ξεκινάει από το 1925 και τελειώνει τη σεζόν 1956-57, με αναφορά στους αγώνες του Κυπέλλου Πάσχα και στη νίκη του Ολυμπιακού με 1-0 επί της «ισχυράς ρουμανικής ομάδος Προγκρεσούλ». Στις 106, όμως, σελίδες του είναι εντυπωσιακή η λιτότητα περιγραφής της ιστορίας. Από τις πρώτες αντιδράσεις της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής, όταν οι πρώτοι παράγοντες αποφάσισαν να ονομάσουν την ομάδα «Ολυμπιακό», μέχρι τον επόμενο αγώνα του Ολυμπιακού μετά την ήττα με 8-2 από τον Παναθηναϊκό –που υπό τον φόβο των επεισοδίων έγινε στη Θεσσαλονίκη– και τον εμφύλιο, που στη διακριτική γλώσσα της εποχής αναφέρεται ως «ανώμαλος εξέλιξις της πολιτικής καταστάσεως». Με τη σκουριά στο σημείο που πιάνουν οι καρφίτσες να βγαίνει στο χαρτί, τις στρογγυλεμένες από τον χρόνο γωνίες και την προσπάθεια ξερής καταγραφής των γεγονότων, που καταλήγει να είναι λογοτεχνία, το «Αυτός είναι ο Ολυμπιακός» είναι περιγραφή μιας εποχής. Στην οποία οι δημοσιογράφοι έπρεπε να γράφουν περιεκτικά επειδή λεφτά για χαρτί δεν υπήρχαν, οι φωτογραφίες ήταν περιορισμένες επειδή οι τσίγκοι στοίχιζαν και οι ομάδες είχαν χαρακτήρα. Σήμερα το «Αυτός είναι ο Ολυμπιακός» θα προκαλούσε γέλιο σε κάθε άλλον οπαδό εκτός των Ολυμπιακών. Τότε αυτός ήταν. Μια ομάδα με Πειραιώτες στην πλειονότητά τους παίκτες, που εκπροσωπούσαν την πόλη τους και όχι το Ρεσίφε της Βραζιλίας ή το Αμπιτζάν της Ακτής του Ελεφαντοστού. Οι καιροί, φυσικά, άλλαξαν. Αλλά πειράζει κι εγώ να βλέπω τις σημερινές ομάδες-επιχειρήσεις και να με ενδιαφέρουν όσο το Α-Β Βασιλόπουλος;

Στη λογική της καταγραφής μιας εποχής πολύτιμα είναι τα βιβλία που έχουν γραφεί σαν βινιέτες. Περιγραφή γεγονότων ή καταστάσεων που δεν φιλοδοξούν να καταγράψουν ιστορία, αλλά προσωπικές εντυπώσεις. Σε αυτό το στυλ είναι γραμμένο το «10 μικροί μύθοι στο ελληνικό ποδόσφαιρο», του Γιώργου Αρκουλή. Αναφέρεται σε 10 πρόσωπα. Στους Δημήτρη Καρέλλα, Γιάννη Ματζουράνη, Τότη Φυλακούρη, Γιώργο Μύρτσο, Μάνθο, Αχιλλέα Μπέο, Μάκη Ψωμιάδη, Μπάμπη Τακούνα, Νίκο Αλέφαντο, ενώ κλείνει με μια γενική αναφορά στο σινάφι της αθλητικογραφίας. Ο τρόπος της γραφής είναι ο τρόπος που θα γινόταν μια συζήτηση μεταξύ φίλων σε ένα καφενείο. Το «άκουσες, ρε μαλάκα, μια ιστορία με τον "Big Mac";». Και ακολουθεί η ιστορία. Με τέλος πάντα το «αλλά είναι καλό παιδί» ή το «αλλά έχει την πλάκα του». Είναι οι άνθρωποι που στις αργές μέρες στα δημοσιογραφικά γραφεία δίνουν μια καλή ιστορία για να σκοτώσεις ένα μισάωρο. Ακόμα και ο αριθμός των 133 σελίδων του βιβλίου δίνει τη γραμμή. «Ακου, ρε, μια ιστορία». Η οποία πάντα έχει πλάκα. Να προσθέσω, όμως, ότι η ιστορία για τη ζωή του Δημήτρη Καρέλλα, του παράγοντα που ήθελε τον Εθνικό υπερδύναμη, ξεπερνάει το ανέκδοτο και γίνεται περιγραφή μιας εποχής που οι άνθρωποι που γεννιόντουσαν από τζάκι ήξεραν να συμπεριφερθούν σαν πλούσιοι και όχι σαν νεόπλουτοι.

Ακολουθήστε τον bwinΣΠΟΡ FM 94.6 στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι τα τελευταία νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.

close menu
x