Από το 2010 μέχρι σήμερα στο ελληνόφωνο ίντερνετ έχουν γραφτεί τόσα πολλά εύληπτα, άρτια και αναλυτικά κείμενα για μια σειρά θεμάτων που άπτονται της βίαιης αλλαγής που συντελείται στη χώρα μας και την Ευρώπη, που ξεπέρασαν ακόμα και τη φαντασία του πιο αισιόδοξου.

Όχι ότι τα κείμενα της 15ετίας που προηγήθηκε ήταν λιγότερο καλά. Απλώς ήταν ελάχιστα σε σχέση με τον τωρινό ορυμαγδό κι αυτό δεν οφείλεται τόσο στο ότι «η κουτσή Μαρία» ανακάλυψε το blogging και τον κοινωνικο-πολιτικό σχεδιασμό αφότου μπήκαμε στο Μνημόνιο, αλλά στο ότι σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα άλλαξε για πλήθος κόσμου η εντός τους ιεράρχηση.

Για όσους ψάχνονται πραγματικά στο ίντερνετ και δεν αρκούνται σε «ενημέρωση» από σάιτς του συρμού, η τελευταία τριετία είναι πραγματικός θησαυρός. Αν μπορούσε να υπάρχει μια κοινή, εθνική πλατφόρμα, πιστεύω ότι οι περισσότεροι θα συμφωνούσαμε πως στο ίντερνετ μεταφέρθηκε αυτούσιο το μεγαλύτερο κομμάτι της αγωνίας μας, των συνομιλιών που κάναμε με φίλους και γνωστούς, της σταδιακής μετάλλαξής μας εντέλει σε περισσότερο σκεπτόμενους και σκεπτικιστές ανθρώπους ή έστω σε σκεπτόμενους αναγνώστες.

Πλήθος τα συγκινητικά δημοσιέυματα, τα αιχμηρά tweets, οι παραινέσεις, οι μεστοί διάλογοι σε fora, οι αψεγάδιαστες αποτυπώσεις του δράματος που συντελείται χωρίς να χρειαστεί να πάρεις απόσταση απ’ αυτό. Στη θεωρία, ναι, παίρνουμε άριστα. Και κάπου εδώ τελειώνουν τα καλά.

Εξαιρώντας τους γράφοντες αυτούς που δεν αρκούνται σε κοινωνιολογικού τύπου προσεγγίσεις και διατυπώνουν προτάσεις, η πλειοψηφία των ανθρώπων που «αλληλεπιδρούν» με/αποκρίνονται σε κείμενα στο ίντερνετ είναι είτε «σχολιαστές του αυτονόητου», είτε εμμονικοί, είτε ψάχνονται για καυγά, είτε σχολιαρόπαιδα που ψάχνουν να εκτονώσουν την ενέργειά τους, είτε συνειδητά τρολς. Ο γόνιμος διάλογος πάνω στους προβληματισμούς που παρατίθενται ή τις λύσεις/δράσεις που προτείνονται είναι ελάχιστος.

Αυτό δεν θα ήταν αναγκαστικά αρνητικό αν δεν γνωρίζαμε ότι στατιστικά η χώρα μας μέρα με τη μέρα περνάει από τον τεχνολογικό αναλφαβητισμό στο επόμενο στάδιο. Αυτό σημαίνει ότι όλο και περισσότερος κόσμος περνάει σταθερά μέρος της ημέρας του στο ίντερνετ. Έρευνα που δημοσιέυθηκε προ ημερών μάλιστα έδειξε ότι -οριακά έστω- ο κόσμος εμπιστεύεται περισσότερο το online περιεχόμενο για ενημέρωση, σε σχέση με το τηλεοπτικό.

Το πραγματικό πρόβλημα έγκειται στο ότι, ενώ η παρουσία του κόσμου αυξάνεται με γεωμετρική πρόοδο, αποδεικνύεται πως τα περισσότερα από τα συμμετοχικά δρώμενα που προτείνονται ο Έλληνας μπορεί να τα εγκρίνει, αλλά δεν υπάρχει καμία περίπτωση να συμμετάσχει ο ίδιος. Προσοχή, όχι επειδή «έχει χάσει πια την πίστη του» ή επειδή «τρέχει όλη μέρα να πληρώνει φόρους» ή επειδή «βαριέται» αλλά διότι -θεωρώ- πιστεύει ειλικρινά ότι η παρακολούθηση εξισώνεται ηθικά με τη δράση.

Περίεργο ή όχι, το παράδοξο υφίσταται. Όσο εντονότερο το «σφίξιμο», τόσο μεγαλύτερη η ιντερνετική παρακολούθηση και τόσο μικρότερη η συμμετοχή. Η, πάντα κρατούσα, βουβή πλειοψηφία βουβάθηκε εντελώς και τα αναιμικά σχόλιά της (όταν δεν συνοδεύονται από πράξεις) ακούγονται σαν πετρούλες που πέφτουν σε φουρτουνιασμένη θάλασσα. Την ίδια ώρα, η φωνακλάδικη μειοψηφία «κάνει κουμάντο». Κι εκεί, όπως και στη ζωή μέχρι πριν από λίγο καιρό. Γελάς μαζί τους θα πεις, το ξέρω. Και ίσως να «τους γλεντάς» κάπου-κάπου, νιώθοντας αυτόν τον ανείπωτο «ερεθισμό» του αισθήματος ανωτερότητας που νιώθεις απέναντί τους να σου γαργαλάει τα σωθικά. Μα αυτό δεν είναι το ζητούμενο. Αυτό δεν αρκεί πια.

Ζητούμενο είναι η συμμετοχή, το να γίνονται πράγματα. Κι ας είναι δύσκολη η οργάνωσή της. Το placebo της θεωρίας δεν διαρκεί για πάντα. Είναι άλλωστε γνωστό πως «Στη θεωρία δεν υπάρχει καμιά διαφορά ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη. Στην πράξη όμως υπάρχει».

Γιάννης Τσαούσης

www.fightclub.gr

Κοπιάστε στο... fightclub@sday.gr

ON DEMAND: Όλα τα ρεπορτάζ στο επίσημο κανάλι του ΣΠΟΡ FM στο youtube