Του Σταύρου Χονδροθύμιου
Όταν κάποιος ακούει τη λέξη «τσικνοπέμπτη», αυτομάτως του έρχεται στο μυαλό ένα τραπέζι με λαχταριστά κοψίδια, μια πιατέλα με ένα βουνό από ζουμερά παϊδάκια, καλοψημένα λουκάνικα κάθε μεγέθους και γενικότερα πάσης φύσεως ψητό κρέας! Οι πιο μερακήδες, οραματίζονται ένα ακόμα πιο γεμάτο τραπέζι, με πολύχρωμα και ποικίλα ορεκτικά και άφθονο κρασί να ρέει συνεχώς στα λιγδωμένα ποτήρια. Και γω κάπως έτσι θα αντιδρούσα στο άκουσμα της τσικνοπέμπτης , αν δεν είχα ζήσει κάτι εντελώς διαφορετικό! Ξεκαθαρίζω ότι η ιστορία που θα σας περιγράψω είναι πέρα για πέρα αληθινή και ίσως τραυματική... Τα πρόσωπα και οι καταστάσεις (σε αντίθεση με τα σίριαλ) ΕΧΟΥΝ σχέση με την πραγματικότητα!
Πριν από λίγα χρόνια, ένα παγωμένο βράδυ Τσικνοπέμπτης, δούλευα στον NOVAΣΠΟΡ FM 94,6 και είχα νυχτερινή εκπομπή. Τίποτα το ασυνήθιστο. Μην με ρωτήσετε πριν πόσα χρόνια, διότι τα καμένα μου εγκεφαλικά κύτταρα (ελπίζω όχι λόγω ηλικίας), δεν μου επιτρέπουν να θυμηθώ. Ηρωας της ιστορίας μας, εκτός τον υπογράφοντα, είναι και ο... τεράστιος Στέφανο Παλουότολο. Ο συμπαθής ηχολήπτης, κατάφερε (διότι πέρι κατορθώματος πρόκειται) να είναι ταυτόχρονα και θύτης και θύμα της υπόθεσης! Η εκπομπή τελείωνε τα μεσάνυχτα και επειδή είχα προγραμματίσει πως θα περνούσα αυτό το ξεχωριστό βράδυ, υπέπεσα στο ατόπημα, να μην «τσικνήσω» με τους συναδέλφους που είχαν στήσει ένα ωραίο τσιμπούσι, την ώρα που ήμουν στο μικρόφωνο. Το μετάνιωσα οικτρά, αλλά ας μην βιάζομαι και ας πάρω τα πράγματα από την αρχή.
Το κρύο ήταν τσουχτερό εκείνη τη βραδιά και η καθαρή ατμόσφαιρα έφερνε την τσίκνα όλης της γειτονιάς στα ρουθούνια μας. Η αλήθεια είναι ότι πεινούσα, αλλά έκανα υπομονή, μεχρι να τελειώσω και να πάω να συναντήσω την παρέα μου. Το ίδιο και ο Στέφανος. Ωσπου ξαφνικά, στο τελευταίο διαφημιστικό διάλειμμα, βγήκα για τσιγάρο στο μπαλκόνι και διαπίστωσα ότι είχε αρχίσει να χιονίζει και μάλιστα δυνατά! Δεν δώσαμε σημασία όμως! Όταν επιτέλους ολοκληρώθηκε η εκπομπή, ο καλοκάγαθος Στέφανος, μου πρότεινε να τον περιμένω για λίγα λεπτά, ώσπου να ολοκληρώσει την εργασία του και να με μεταφέρει εκείνος με το αυτοκινητό του, μιας και υπό αυτές τις καιρικές συνθήκες θεωρούσε ότι θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να βρω γρήγορα ταξί. Στο φινάλε, δεν θα στηνόμουν στο δρόμο να τρώω το χιόνι και να κρυώνω! Ασφαλώς δέχτηκα την πρότασή του. Μάνα εξ ουρανού, είπα από μέσα μου και άναψα ένα τσιγαράκι, χαζεύοντας το χιόνι που έπεφτε και οσμίζοντας τα ψημένα κρέατων των γειτόνων! Έφτανε και η δική μου στιγμή που θα έδινα τη... μάχη μου με τα μπριζολίδια!
Ο Στέφανος δεν άργησε να τελειώσει τη δουλειά του και αμέσως αποχωρήσαμε από το σταθμό, μην μπορώντας να συγκρατήσουμε τα σάλια μας! Είχε παγωνιά και το χιόνι που έπεφτε πυκνό είχε σκεπάσει εντελώς τα αυτοκίνητα. Δεν κυκλοφορούσε ψυχή έξω. Ξαφνικά, ο συνοδοιπόρος μου, κοντοστάθηκε και φανερά σαστισμένος κοίταξε δεξιά και αριστερά αμήχανα. Οταν το ρώτησα τι συνέβη και για ποιο λόγο καθόμαστε στη μέση του πουθενά, η απάντησή του, πάγωσε ακόμα πιο πολύ την ήδη παγωμένη ατμόσφαιρα. «Ξέχασα που έχω παρκάρει». Καταστροφή. Η αλήθεια είναι ότι ο φίλος μου σύχνα δεν θυμόταν που άφηνε το αμάξι του, αλλά τώρα η κατάσταση ήταν πολύ πολύ χειρότερη. Δεν αρκούσε μια βόλτα στα στενά για να το βρούμε. Επρεπε να κάνουμε κάτι πολύ πιο χρονοβόρο και επίπονο! Να καθαρίζουμε ένα ένα τα αυτοκίνητα από το χιόνι που τα είχε σκεπάσει, μέχρι να πετύχουμε το δικό μας και όλα αυτά με τη θερμοκρασία υπό του μηδενός και τη χιονόπτωση να αυξάνεται συνεχώς! Δράμα! Τουλάχιστον κωμικοτραγικό.
Δεν μπορούσα να... πουλήσω το φιλαράκι μου, που προσφέρθηκε να με μεταφέρει για να μην παγώσω και να τον αφήσω μόνο του να ψάχνει. Για να μην σας τα πολυλογώ, έπειτα από 45 (ναι, σαρανταπέντε!) ολόκληρα λεπτά, τελικά είδαμε το φως το αληθινό! Το βρήκαμε, το καθαρίσαμε και βουρ για τον πατσά ή τα κοψίδια αν θέλετε να ακριβολογήσω! Τουλάχιστον έτσι νόμιζα! Όταν έφτασα στον προορισμό μου, το ρολόι έδειχνε 1:15 και πλέον... ο γάμος είχε σχολάσει! Η παρέα είχε διαλύσει και πάνω στις -σχεδόν άδειες πια - πιατέλες είχαν απομείνει κάτι «μαραμένα», κρύα και... αμάσητα κρέατα. Το απόλυτο ξενέρωμα. Και παγωμένος και νηστικός! Κοροϊδεψα την πείνα μου με ο,τι είχε περισσέψει και τρωγόταν ακόμα (όχι πολλά πράγματα) και πήγα για ύπνο. Δυσκολεύτηκα να κοιμηθώ και προσπαθούσα να παρηγορηθώ, μονολογώντας, πως μπορεί να μην... καλοέφαγα τέτοια μέρα, αλλά τουλάχιστον σχεδόν επί μια ώρα άγγιζα και με άγγιζε το χιόνι. Κάτι είναι κι αυτό. Άλλωστε κοψίδια μπορείς να φας όποτε θες, χιόνι κάθε πότε βλέπεις. Με αυτήν την σκέψη αποκοιμήθηκα.
Το πρωί με ξύπνησε ο ήχος του τηλεφώνου. «Γαμώτο! Ποιος να είναι τέτοια ώρα;» Ηταν ο Στέφανος. Ακουγόταν κλονισμένος. Αφού του εξιστόρησα το πάθημα μου και του ανέφερα ότι επί της ουσίας έμεινα νηστικός, αυτός αναστέναξε. Η φωνή του ίσα ίσα που ακουγόταν όταν μου είπε τη δική του ιστορία: «Εγώ να δεις τι έπαθα μετά», μονολόγησε. «Οχι μόνο έμεινα νηστικός, αλλά έπεφτε τόσο χιόνι, που δεν κατάφερα να πάω στο σπίτι μου. Με... άφησε το αυτοκίνητο σε μια άκρη κοντά στο πατρικό μου και αναγκαστικά, μέσα στη χιονόπτωση το έκοψα με τα πόδια για να κοιμηθώ στη μάνα μου...» Δεν κρατήθηκα και γέλασα όταν με διέκοψε απότομα. «Το καλύτερο δεν στο είπα ακόμα. Στο δρόμο με πήραν στο κυνήγι κάτι σκυλιά και ένω έτρεχα, με πρόλαβαν και το ένα με δάγκωσε κιόλας». Από τότε, κάθε τσικνοπέμπτη που απλά είμαι με παρέα και... ψευτοτσιμπάω αναλογίζομαι εκείνη τη νύχτα και ψελλίζω «πάλι καλά φέτος». Καλή τσικνοπέμπτη και καλά τσιμπούσια αδέλφια.
Ακολουθήστε τον bwinΣΠΟΡ FM 94.6 στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι τα τελευταία νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.






