Αν κάποιος μου έλεγε ότι μια μέρα θα έγραφα editorial για τα 30 χρόνια του ΣΠΟΡ FM 94,6, θα του απαντούσα ότι μάλλον με μπερδεύει με κάποιον σοβαρό άνθρωπο. Γιατί η δική μου σχέση με τον σταθμό δεν ξεκίνησε ούτε με όνειρα καριέρας, ούτε με φιλοδοξίες, ούτε με κάποιο «θα γίνω δημοσιογράφος όταν μεγαλώσω». Ξεκίνησε με κάτι πολύ πιο απλό: Την ανικανότητά μου να κοιμηθώ σε μία ανθρώπινη ώρα. Μια συνήθεια που, δυστυχώς για το νευρικό μου σύστημα, συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Και όχι μόνο επειδή ως άνθρωπος δεν κοιμήθηκα ποτέ σε φυσιολογική ώρα, αλλά και επειδή η δουλειά φρόντισε να το κάνει… επίσημο!
Ήμουν παιδάκι, ξαπλωμένος στο κρεβάτι, με το ραδιοφωνάκι δίπλα στο μαξιλάρι, και ενώ έπρεπε να κοιμηθώ γιατί είχα σχολείο το πρωί, εγώ έκανα το ακριβώς αντίθετο. Κάπου στις δύο παρά, άκουγα Μπραουδάκη να εξηγεί γιατί το 4?4?2 δεν είναι απλώς σύστημα αλλά τρόπος ζωής. Εκεί, μέσα στη νύχτα, χωρίς να το καταλάβω, άρχισε να φυτρώνει το μικρόβιο. Όχι του δημοσιογράφου -αυτό υπήρχε, τώρα που το σκέφτομαι, μάλλον από το Δημοτικό. Το άλλο: Το «θέλω να είμαι εκεί». Ναι, με αυτούς τους παλαβούς! Στον χώρο που βγάζει αυτόν τον ήχο, αυτές τις φωνές, αυτή την τρέλα.
Πέρασαν χρόνια, μεγάλωσα, έβαλα μυαλό -όσο μπαίνει τέλος πάντων- και τον Ιούνιο του 2009 πέρασα για πρώτη φορά την πόρτα του σταθμού. Πιτσιρικάς, 22 χρονών, με όρεξη, με φιλοδοξίες, με εκείνη την αφέλεια της ηλικίας που σε κάνει να πιστεύεις ότι θα αλλάξεις τον κόσμο· μέχρι που ο κόσμος πέφτει πάνω σου. Δεν ήξερα τότε ότι θα μείνω 17 χρόνια, με κάτι μικρές αποχωρήσεις, κάτι επιστροφές, κάτι «φεύγω?έρχομαι» που θα ζήλευαν πολλά ζευγάρια. Αν η σχέση μας ήταν άνθρωπος, θα είχε γράψει βιβλίο αυτοβοήθειας: «Πώς να χωρίζετε πολιτισμένα και να ξαναγυρίζετε σαν να μην έγινε τίποτα».
Στο μεταξύ, οι γύρω μου άσπρισαν ή και καράφλιασαν. Εγώ όχι. Το καταγράφω, γιατί είναι από τα λίγα πράγματα που με κρατούν ψύχραιμο, καθώς πάμε πλέον για τα δεύτερα άντα και τη μισή μας σχεδόν ζωή την έχουμε φάει εδώ μέσα. Αλλά ας αφήσουμε τα μαλλιά και ας πάμε στην ουσία.
Ο ΣΠΟΡ FM 94,6 ήταν πάντα ένα πράγμα: Μια κοινωνία ανθρώπων που λειτουργεί σαν οργανισμός. Άλλος μιλάει, άλλος γράφει, άλλος τρέχει, άλλος διορθώνει, άλλος βρίζει τον υπολογιστή που κόλλησε, άλλος ψάχνει καφέ στις 7 το πρωί, άλλος ψάχνει καφέ στις 9 το βράδυ, άλλος σουβλάκια στις 3 το ξημέρωμα. Και όλοι μαζί κρατούν κάτι ζωντανό που, με έναν τρόπο που μόνο όσοι έχουν δουλέψει εδώ μπορούν να καταλάβουν, συνεχίζει να πάλλεται κάθε μέρα.
Και μέσα σε αυτό το σύστημα, πέρασαν άνθρωποι. Πολλοί. Άλλοι έμειναν, άλλοι έφυγαν, άλλοι γύρισαν, άλλοι δεν είναι πια εδώ. Πριν και μετά τον Μιχάλη Ηλιού έφυγαν και άλλοι άνθρωποι. Κάθε απώλεια άφηνε το δικό της κενό, τη δική της σκιά στους διαδρόμους. Αλλά για τη δική μας γενιά, για εκείνους που μπήκαμε μαζί, που μεγαλώσαμε επαγγελματικά πλάι?πλάι, αυτό ήταν το σοκ. Ο Μιχάλης ήταν παιδί της δικής μας «σειράς». Μπήκαμε μαζί, μάθαμε τη δουλειά μαζί, περάσαμε τις ίδιες βάρδιες, τα ίδια ξενύχτια, τα ίδια «τρέχα τώρα». Και όταν έφυγε… ναι, μας διέλυσε. Και μετά έμενε ο «Μιχάλης». Σκέτο. Όπως τον λέγαμε μεταξύ μας. Όπως τον σκεφτόμαστε ακόμα.
Αν κάτι έμαθα αυτά τα χρόνια, είναι ότι ο σταθμός άντεξε επειδή άντεξαν οι άνθρωποί του. Όχι επειδή όλα ήταν τέλεια. Όχι επειδή υπήρχαν πάντα οι ιδανικές συνθήκες. Όχι επειδή κάποιος είχε masterplan. Άντεξε επειδή υπήρχαν άνθρωποι που δεν άφησαν το μαγαζί να πέσει. Άνθρωποι που έβαλαν πλάτη όταν δεν υπήρχε λόγος να το κάνουν -και ειδικά στα χρόνια της κρίσης, όταν τα πάντα γύρω έμοιαζαν να γκρεμίζονται, κάποιοι κράτησαν τον σταθμό όρθιο με τρόπο που δεν θα ξεχαστεί ποτέ. Άνθρωποι που σήκωσαν βάρη που δεν τους αναλογούσαν. Άνθρωποι που δεν χρειάζεται να τους ονομάσουμε- ξέρουν ποιοι είναι. Και ξέρουν τι έδωσαν.
Και κάπως έτσι, χωρίς να το καταλάβεις, ο σταθμός γίνεται μέρος της ζωής σου. Όχι με τον ρομαντικό τρόπο που λένε «ο σταθμός είναι οικογένεια» -δεν είναι. Είναι δουλειά. Απλώς είναι μια δουλειά που, αν μείνεις αρκετά χρόνια, σε διαμορφώνει. Σε κάνει να θυμάσαι στιγμές που δεν γράφονται πουθενά: Το πρώτο μικρόφωνο που άνοιξες, το πρώτο κείμενο που ανέβηκε, το πρώτο λάθος που σε έκανε να ιδρώσεις, το πρώτο «μπράβο» που άκουσες, το πρώτο ξενύχτι που σε βρήκε να γράφεις ενώ όλοι είχαν φύγει.
Σε κάνει να μετράς τον χρόνο αλλιώς. Να λες «ρε φίλε, πότε πέρασαν τόσα χρόνια;» Και μετά να θυμάσαι ότι κάποτε ήσουν παιδάκι, ξαπλωμένος στο κρεβάτι, να ακούς Μπραουδάκη στις δύο παρά, ενώ είχες σχολείο στις οκτώ.
Τριάντα χρόνια δεν είναι λόγος για κορδέλες. Δεν είναι λόγος για πανηγύρια. Δεν είναι λόγος για να βγάλουμε λόγους σαν να είμαστε σε συνέδριο. Είναι απλώς μια υπενθύμιση ότι ο ΣΠΟΡ FM 94,6 συνεχίζει. Με νέα πρόσωπα, με παλιά πρόσωπα, με ανθρώπους που μπήκαν χθες και με ανθρώπους που είναι εδώ από τα μπετά.
Και όσο υπάρχουν άνθρωποι που μπαίνουν κάθε μέρα με την ίδια λαχτάρα που είχαν όταν πέρασαν πρώτη φορά την πόρτα, ο σταθμός δεν θα είναι ποτέ απλώς μια συχνότητα. Θα είναι αυτό που ήταν πάντα: Μια δουλειά που σε αλλάζει, μια καθημερινότητα που σε κρατάει, μια ιστορία που γράφεται χωρίς πολλά λόγια.
Τριάντα χρόνια λοιπόν.
Όχι κορδέλες.
Όχι πανηγύρια.
Απλώς: Συνεχίζουμε. Και χρόνια μας πολλά.