Διοργανώσεις σαν το Παγκόσμιο Κύπελλο τις περιμένεις για να μιλήσεις για μπάλα. Λειτουργούν και λίγο σαν αποφόρτιση, ειδικά για εμάς στη δουλειά, όταν έρχονταν καλοκαίρι μετά τον χαμό της σεζόν. Τις περιμένεις για να χαθείς σε συζητήσεις για τακτικές, για ιστορίες από το παρελθόν, για το ποιος θα κάνει την έκπληξη και ποιος θα καταρρεύσει. Υπάρχουν, ωστόσο, και εκείνες οι διοργανώσεις που, πριν καν δεις την πρώτη σέντρα, σε αναγκάζουν να μιλήσεις για όλα τα άλλα. Για όσα δεν έχουν σχέση με το παιχνίδι, αλλά τελικά το καθορίζουν. Το Μουντιάλ του 2026 ανήκει ξεκάθαρα ήδη στη δεύτερη κατηγορία. Και μάλλον πιο πολύ από οποιοδήποτε άλλο πριν από αυτό. Ακόμη και από του Κατάρ.
Λίγες ώρες πριν την έναρξη, το ποδόσφαιρο μοιάζει να είναι το τελευταίο θέμα συζήτησης. Στη θέση του έχουν μπει βίζες, απελάσεις, ουρές στα σύνορα, εξωφρενικά εισιτήρια, πολιτικές κόντρες, διαδηλώσεις, αστυνομικά μπλόκα, διπλωματικές εντάσεις. Μια διοργάνωση που δείχνει να πατάει σε τεντωμένο σχοινί, λες και κάποιος αποφάσισε να υποβάλει σε τεστ αντοχής το ίδιο το παιχνίδι. Και όμως, μέσα σε όλο αυτό το χάος, 48 εθνικές ομάδες ετοιμάζονται να παίξουν μπάλα στη μεγαλύτερη διοργάνωση του κόσμου. Με την ίδια -που λέει ο λόγος- μπάλα, την ίδια αγωνία, την ίδια προσμονή. Αυτό είναι το παράδοξο. Αυτό είναι που κάνει το φετινό Μουντιάλ τόσο αλλόκοτο: Η απόσταση ανάμεσα σε αυτό που συμβαίνει γύρω του και σε αυτό που θα συμβεί μέσα στο γήπεδο. Και ίσως το πιο ενδεικτικό απ' όλα είναι κάτι πολύ πιο απλό: Το Μουντιάλ ξεκινάει και δεν ξέρω ούτε έναν άνθρωπο που να έχει μπει σε «Μουντιάλ mood». Κανέναν που να το περιμένει με την προσμονή που κάποτε θεωρούσαμε δεδομένη. Ίσως φταίει όλο αυτό το σκηνικό που έχει δημιουργηθεί. Ίσως το ότι η διοργάνωση γίνεται στην άλλη άκρη του Ατλαντικού και μας ξενίζει, μας απομακρύνει. Ίσως και τα δύο. Αλλά το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: Ένα Μουντιάλ που ξεκινά χωρίς να έχει καταφέρει να μας πάρει μαζί του.
Το πιο εντυπωσιακό και ταυτόχρονα το πιο αποκαρδιωτικό είναι ότι αυτήν τη φορά δεν μιλάμε για μια «δύσκολη» χώρα. Δεν μιλάμε για μια διοργάνωση που σηκώνει προκαταβολικά καχυποψία. Μιλάμε για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μια υπερδύναμη που, αντί να προσφέρει σταθερότητα, έχει καταφέρει να δημιουργήσει το πιο φορτισμένο, αβέβαιο και πολιτικά ταραγμένο Μουντιάλ των τελευταίων δεκαετιών. Η σχέση Τραμπ-Ινφαντίνο, οι δημόσιες εμφανίσεις τους, το περιβόητο «FIFA Peace Prize», οι φωτογραφίες με καπέλα USA, οι δηλώσεις που μοιάζουν περισσότερο με πολιτική στήριξη παρά με αθλητική ουδετερότητα… όλα αυτά έχουν ήδη αφήσει μια βαριά σκιά πάνω από τη διοργάνωση. Και δεν είναι απλώς θέμα εικόνας. Είναι θέμα ουσίας. Για πρώτη φορά στην ιστορία, μια χώρα που φιλοξενεί Μουντιάλ βρίσκεται σε ανοιχτή σύγκρουση με μία από τις συμμετέχουσες ομάδες. Οι ΗΠΑ είναι σε πόλεμο με το Ιράν. Και αυτό δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα παιχτεί το παιχνίδι.
Ο Ταρέμι το είπε ξεκάθαρα: «Έχω συμμετάσχει σε τρία Παγκόσμια Κύπελλα και πάντα λένε ότι μόλις κατεβείς από το αεροπλάνο και μπεις στη χώρα που φιλοξενεί τη διοργάνωση, υπάρχει μια μοναδική ατμόσφαιρα φιλικότητας και παγκόσμιας ενότητας. Δυστυχώς, δεν το νιώθω αυτή τη στιγμή. Υπάρχει μεγάλη ένταση σε αυτό το Μουντιάλ. Το αισθάνεσαι στην ατμόσφαιρα και δυστυχώς αυτό οφείλεται σε ενέργειες όπως οι αρνήσεις χορήγησης βίζας. Ίσως αυτό να είναι απλώς το προσωπικό μου συναίσθημα». Ενδεικτικό, αν μη τι άλλο, της κατάστασης.
Αν υπάρχει μια εικόνα που συμπυκνώνει όλο το παράλογο του φετινού Μουντιάλ, είναι η ιστορία του Σομαλού διαιτητή Ομάρ Αρτάν. Ένας άνθρωπος που είχε όλα τα χαρτιά, όλες τις εγκρίσεις, όλη τη διαδρομή για να ζήσει το όνειρό του. Ο κορυφαίος ρέφερι της Αφρικής. Ένας άνθρωπος που δεν ζήτησε τίποτα παραπάνω από το να κάνει τη δουλειά του. Και όμως, κρατήθηκε 11 ώρες στο αεροδρόμιο του Μαϊάμι. Ανακρίθηκε. Μπήκε σε κρατητήριο. Και τελικά απελάθηκε. Όχι επειδή έκανε κάτι. Αλλά επειδή η χώρα που φιλοξενεί το Μουντιάλ αποφάσισε ότι δεν μπορεί να μπει. Τόσο απλά. Τόσο ωμά. Η δικαιολογία; «Συνδέσεις με ύποπτα άτομα». Χωρίς αποδείξεις. Χωρίς διαδικασία. Χωρίς τίποτα. Ο Αρτάν γύρισε στη Σομαλία σαν ήρωας. Αλλά το όνειρό του χάθηκε. Και μαζί του χάθηκε ένα κομμάτι από την αξιοπιστία της διοργάνωσης.
Και δεν ήταν ο μόνος. Φίλαθλοι από το Ιράν, τη Σενεγάλη, την Ακτή Ελεφαντοστού, το Ουζμπεκιστάν, δημοσιογράφοι, στελέχη ομάδων… άνθρωποι που ταξίδεψαν για να ζήσουν μια γιορτή, βρέθηκαν μπροστά σε κλειστές πόρτες. Κάποιοι έχασαν χιλιάδες ευρώ. Κάποιοι έχασαν την ευκαιρία της ζωής τους. Κάποιοι απλώς έχασαν την υπομονή τους. Το Μουντιάλ που υποτίθεται ότι θα ένωνε τρεις χώρες, ξεκινά με μια χώρα που κρατάει τους περισσότερους απ' έξω.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, υπάρχει και το οικονομικό κομμάτι. Οι τιμές των εισιτηρίων έχουν ξεφύγει σε επίπεδα που δεν θυμίζουν ποδοσφαιρική διοργάνωση, αλλά δημοπρασία έργων τέχνης. Εισιτήρια των 8.000, 10.000, μέχρι και 690.000 δολαρίων. Δυναμική τιμολόγηση, αδιαφάνεια, καταγγελίες, έρευνες από τις αρχές της Νέας Υόρκης και του Νιου Τζέρσεϊ. Και το πιο ειρωνικό; Παρά τα εξωφρενικά ποσά, χιλιάδες θέσεις παραμένουν άδειες. Το Μουντιάλ που θα έπρεπε να είναι sold out από τον Φεβρουάριο, παλεύει να γεμίσει.
Στο Μεξικό, την ίδια ώρα, οι δρόμοι γύρω από το Αζτέκα γεμίζουν καθημερινά με διαδηλωτές. Ο κόσμος διαμαρτύρεται για οικονομικά μέτρα, για πολιτικές αποφάσεις, για την ίδια τη διοργάνωση. Η αστυνομία έχει αποκλείσει δρόμους. Η κυβέρνηση προσπαθεί να κρατήσει τις ισορροπίες. Κανείς δεν ξέρει πώς θα εξελιχθεί η πρεμιέρα.
Και όμως, μέσα σε όλα αυτά, υπάρχει και το ποδόσφαιρο. Υπάρχει ο Μέσι. Υπάρχει η Αργεντινή που μπαίνει στη διοργάνωση ως πρωταθλήτρια κόσμου. Υπάρχουν οι ομάδες που έφτασαν εδώ μετά από χρόνια δουλειάς -πρωτάρες, επιστροφές μετά από δεκαετίες, ιστορίες που μόνο το Μουντιάλ μπορεί να γεννήσει. Υπάρχει η αγωνία, η προσμονή, η χαρά του παιχνιδιού. Υπάρχει αυτό που μας έφερε όλους στο ίδιο σημείο: Η μπάλα. Και αυτό είναι το πιο παράξενο κομμάτι. Ότι μέσα σε ένα σκηνικό που μοιάζει βγαλμένο από πολιτικό θρίλερ, το παιχνίδι συνεχίζει. Επιμένει. Αντιστέκεται.
Το Μουντιάλ του 2026 κανείς δεν ξέρει αν θα είναι καλό από ποδοσφαιρική άποψη. Από άποψη θεάματος. Σίγουρα όμως δεν θα είναι απλώς μια ποδοσφαιρική διοργάνωση. Είναι ένας καθρέφτης. Και αυτό που δείχνει δεν είναι πάντα όμορφο. Δείχνει μια FIFA που έχει χάσει τον έλεγχο. Δείχνει μια χώρα που δεν μπορεί να διαχειριστεί το ίδιο της το αφήγημα. Δείχνει ένα ποδόσφαιρο που προσπαθεί να επιβιώσει. Αλλά δείχνει και κάτι άλλο: Ότι το παιχνίδι είναι πιο δυνατό από όλα αυτά. Ότι, παρά το χάος, τις υπερβολές, τις αδικίες, τις εντάσεις, το ποδόσφαιρο βρίσκει τρόπο να συνεχίσει.
Απόψε θα γίνει η σέντρα. Θα ακουστούν εθνικοί ύμνοι. Θα γεμίσουν -κάποια- γήπεδα. Θα παιχτεί μπάλα. Θα δούμε γκολ, θα δούμε λάθη, θα δούμε συγκινήσεις. Θα θυμηθούμε γιατί αγαπάμε αυτό το άθλημα. Και γιατί αγαπήσαμε σαν παιδιά αυτή τη συγκεκριμένη διοργάνωση: Το Μουντιάλ. Το θέμα είναι αν θα συνεχίσουμε και εμείς να κάνουμε πως δεν βλέπουμε. Ή αν, επιτέλους, θα παραδεχτούμε ότι το Μουντιάλ του 2026 δεν είναι απλώς μια διοργάνωση με προβλήματα. Είναι μια διοργάνωση που μας δείχνει ξεκάθαρα ότι το ποδόσφαιρο δεν είναι πια μόνο ποδόσφαιρο. Και ίσως, μέσα σε όλο αυτό το παράξενο σκηνικό, να υπάρχει και μια ευκαιρία: Να ξαναθυμηθούμε τι σημαίνει πραγματικά το παιχνίδι. Να το προστατεύσουμε. Να το απαιτήσουμε καλύτερο. Να το κρατήσουμε καθαρό. Γιατί, στο τέλος της ημέρας, όσο και αν αλλάζει ο κόσμος γύρω του, η μπάλα θα συνεχίσει να κυλάει. Το θέμα είναι αν θα κυλάει προς τη σωστή κατεύθυνση.