Συνολικά 21.000 μαθητές «έχασαν» τα ελληνικά σχολεία μέσα σε τρεις χρονιές. Επίσης, διεγράφησαν 100 νηπιαγωγεία και δημοτικά σχολεία από τον εκπαιδευτικό χάρτη. Πρόκειται για το αποτύπωμα που βάζει το οξύτατο δημογραφικό πρόβλημα στην ελληνική εκπαίδευση, με μεγάλη επίπτωση στην ανάπτυξη της χώρας – κοινωνική, οικονομική, πολιτισμική.
Ειδικότερα, τα στοιχεία της τελευταίας έκθεσης («Η Ελλάδα με αριθμούς», Απρίλιος – Ιούνιος 2026) της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) και του υπουργείου Παιδείας που παρουσιάζει η «Κ», είναι αποκαλυπτικά. Κατά το σχολικό έτος 2023-2024 εγγεγραμμένοι και στις δύο εκπαιδευτικές βαθμίδες ήταν 1.291.289 μαθητές. Από τις εγγραφές των μαθητών για το σχολικό έτος 2026-2027 –παρότι οι εγγραφές συνεχίζονται, δεν αναμένεται μεγάλη αλλαγή–, ο αριθμός έχει φθάσει σε 1.270.331. Δηλαδή προκύπτει ένα έλλειμμα 20.958 παιδιών και στις δύο βαθμίδες.
Καταργήσεις, υποβιβασμοί
Φυσικά, το πρόβλημα εμφανίζεται στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, στα νηπιαγωγεία και τα δημοτικά. Και αποτυπώνεται αριθμητικά από τις καταργήσεις, τους υποβιβασμούς και τις συγχωνεύσεις σχολείων.
Συγκεκριμένα, το υπουργείο Παιδείας προχώρησε για το 2026-2027 σε 75 καταργήσεις σχολείων, εκ των οποίων τα 43 νηπιαγωγεία και τα 32 δημοτικά. Και αυτό αφού έχει προηγηθεί η τριετής περίοδος αναστολής, με την ελπίδα πως κάποιο… θαύμα θα γίνει, και στο σχολικό κτίριο ξανακουστούν μαθητικές φωνές. Εάν μέσα στα χρόνια αυτά δεν συμπληρωθεί ο ελάχιστος απαιτούμενος αριθμός, τότε το σχολείο καταργείται. Εξαίρεση αποτελούν τα μειονοτικά σχολεία, τα οποία τίθενται μόνο σε αναστολή χωρίς να κλείνουν οριστικά.
Κάθε χρονιά «χάνεται» ένα τμήμα μαθητών σε κάθε σχολείο και σύντομα θα αρχίσει να πλήττεται και η δευτεροβάθμια εκπαίδευση, σύμφωνα με στελέχη του υπουργείου Παιδείας.
Το 2024-2025 έγιναν επτά καταργήσεις σχολικών μονάδων (τρία νηπιαγωγεία και τέσσερα δημοτικά), και το 2025-2026 άλλες 18 καταργήσεις (εννέα νηπιαγωγεία και εννέα δημοτικά). Δηλαδή, συνολικά, τα τρία τελευταία σχολικά έτη καταργήθηκαν 100 σχολικές μονάδες στην πρωτοβάθμια. Παράλληλα, έγιναν 307 υποβιβασμοί σχολείων, δηλαδή μειώθηκε ο αριθμός των οργανικών θέσεων των εκπαιδευτικών που υπηρετούσαν σε ένα σχολείο, αλλά και συγχωνεύσεις 46 δημοτικών (σε 23) και 253 νηπιαγωγείων (σε 120).
Οι περισσότερες καταργήσεις σχολείων έγιναν στη Θεσσαλία (15 νηπιαγωγεία και 11 δημοτικά), και ακολουθούν η Πελοπόννησος (5 και 8 αντίστοιχα), η Στερεά Ελλάδα (6 και 3), η Κεντρική Μακεδονία (4 και 3) και η Δυτική Μακεδονία (5 νηπιαγωγεία και 1 δημοτικό σχολείο).
«Οι καταργήσεις είναι σαν να κόβεις ένα κομμάτι από το κορμί της εκπαίδευσης. Δύσκολα “αναγεννάται”, δύσκολα ξανανοίγει ένα σχολείο», παρατηρεί, μιλώντας για το θέμα στην «Κ», ο κ. Κυριάκος Λεμπέσης, προϊστάμενος της Διεύθυνσης Σπουδών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης του υπουργείου Παιδείας.
Το «λουκέτο» σε μια σχολική μονάδα αναστατώνει ουσιαστικά τη ζωή των μαθητών, που θα αναγκαστούν να ταξιδεύουν καθημερινά πολλά χιλιόμετρα για να φτάσουν στο νέο τους σχολείο. Η άλλη λύση είναι η οικογένεια να μεταναστεύσει στην έδρα του σχολείου του παιδιού.
Ουσιαστικά, σύμφωνα με στελέχη του υπουργείου Παιδείας, κάθε χρονιά «χάνεται» ένα τμήμα μαθητών σε κάθε σχολείο, και η συρρίκνωση του μαθητικού πληθυσμού θα αρχίσει να πλήττει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, όπου ο αριθμός των «λουκέτων» είναι περιορισμένος.
Παιδαγωγικά υπάρχει συζήτηση εάν είναι καλό να παραμείνουν οι μαθητές σε ένα μικρό σχολείο στο χωριό τους ή να συγκεντρώνονται σε μια μεγαλύτερη εκπαιδευτική δομή.
Και το πρόβλημα δεν αφορά σχολεία μόνο μικρών χωριών αλλά και πόλεων. Χαρακτηριστικά, όπως εξήγησε μιλώντας στην «Κ» ο διευθυντής Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Κοζάνης, Αθανάσιος Παπαευαγγέλου, μειώθηκαν οι θέσεις των εκπαιδευτικών σε δύο σχολεία σε Πτολεμαΐδα και Βελβεντό, διότι ήταν υπεράριθμοι λόγω της έλλειψης μαθητών. «Πρόκειται για ζήτημα εξορθολογισμού και αξιοποίησης του προσωπικού», εξηγεί ο ίδιος.
Από την άλλη, μπορεί το κλείσιμο μιας σχολικής μονάδας να υπαγορεύεται από οικονομικούς λόγους, ωστόσο παιδαγωγικά υπάρχει συζήτηση εάν είναι καλό να παραμείνουν οι μαθητές σε ένα μικρό σχολείο στο χωριό τους ή να συγκεντρώνονται σε μια μεγαλύτερη εκπαιδευτική δομή.
Το «συμμάζεμα»
Το υπουργείο Παιδείας από την πλευρά του τονίζει ότι «το 2026-2027 ολοκληρώνουμε με αποφασιστικότητα το “συμμάζεμα” του σχολικού δικτύου». Οπως δήλωσε στην «Κ» η υπουργός Παιδείας Σοφία Ζαχαράκη, «ο σχολικός χάρτης οφείλει να ακολουθεί τις πραγματικές ανάγκες των παιδιών και των τοπικών κοινωνιών. Και αυτό σημαίνει ότι κάθε απόφαση για ίδρυση, ενίσχυση, συγχώνευση ή κατάργηση μιας σχολικής μονάδας λαμβάνεται με ευθύνη, παιδαγωγικά κριτήρια και με σεβασμό στις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής.
Υπάρχουν σχολικές μονάδες που τα προηγούμενα χρόνια διατηρήθηκαν σε λειτουργία, παρότι τα δημογραφικά δεδομένα είχαν ήδη δημιουργήσει σοβαρές πιέσεις, ακριβώς επειδή επιδιώξαμε να εξαντλήσουμε κάθε περιθώριο στήριξης των τοπικών κοινωνιών. Οταν, όμως, τα δεδομένα μεταβάλλονται μόνιμα, η πολιτεία οφείλει να προσαρμόζεται με σχέδιο». Και καταλήγει: «Την ίδια στιγμή, όπου υπάρχουν αυξημένες ανάγκες, δημιουργούμε νέα σχολεία, ενισχύουμε υφιστάμενες μονάδες και επενδύουμε ιδιαίτερα στην Ειδική Αγωγή. Στόχος μας είναι ένα δημόσιο σχολείο πιο λειτουργικό, πιο δίκαιο και πιο κοντά σε κάθε παιδί».
Το δημογραφικό πρόβλημα αποτελεί πρόκληση υπαρξιακού χαρακτήρα για τη χώρα – και ο νέος χάρτης της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης ουσιαστικά αποτυπώνει τη μείωση του μαθητικού πληθυσμού στην Ελλάδα. Οπως ανακοινώθηκε, με απόφαση της υπουργού Παιδείας Θρησκευμάτων και Αθλητισμού Σοφίας Ζαχαράκη η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, την ερχόμενη σχολική χρονιά καταργούνται 32 δημοτικά σχολεία και 43 νηπιαγωγεία. Παρότι ορισμένα εξ αυτών βρίσκονται στην Αττική, η πλειονότητά τους αφορά την επαρχία.
Συγκεκριμένα, επτά από τα νηπιαγωγεία που καταργήθηκαν ανήκαν στην Περιφερειακή Ενότητα Καρδίτσας. «Αυτό είναι το πρόβλημα της περιφέρειας», δηλώνει στην «Κ» ο αντιπεριφερειάρχης Καρδίτσας, Κωνσταντίνος Τέλιος. «Θέλουμε ανάπτυξη αλλά έχουμε υποβάθμιση, ύστερα ειδικά από τις καταστροφές του “Daniel” και του “Ιανού” έφυγε και άλλος κόσμος». Κατά τον ίδιο, δεν είναι παράλογο να κλείσουν οι σχολικές μονάδες, εφόσον δεν υπάρχουν παιδιά. «Εχουμε χωριά που δεν κατοικούνται, χωριά άδεια», συμπληρώνει. «Το θέμα είναι να δοθούν κίνητρα για να επιστρέψει ο κόσμος, αλλά, δυστυχώς, για κάποιους Ελλάδα είναι μόνο η Αθήνα και λίγες μεγάλες πόλεις».
Παρόμοιας άποψης είναι και ο αντιπεριφερειάρχης Λακωνίας Θεόδωρος Βερούτης. Στη Λακωνία καταργούνται ένα νηπιαγωγείο και τρία δημοτικά σχολεία. Σύμφωνα με τον ίδιο, τα παραπάνω σχολεία ήταν σε αναστολή, δεν λειτουργούσαν όταν αποφασίστηκε να κλείσουν, όπως και διάφορες σχολικές μονάδες που συμπεριλήφθηκαν στη λίστα του υπουργείου Παιδείας.
Παράγοντες της τοπικής αυτοδιοίκησης αναφέρουν στην «Κ» ότι πρέπει να δοθούν κίνητρα για να υπάρχουν παιδιά στους τόπους τους.
Και πάλι όμως, η κατάργηση θεωρεί ότι είναι ενδεικτική του δημογραφικού προβλήματος που αντιμετωπίζει τόσο η περιοχή τους όσο και η χώρα στο σύνολό της. «Είναι πολύ σημαντικό ένα χωριό να έχει παιδιά, και νομίζω αυτή είναι η σωστή ερώτηση, το βασικό διακύβευμα, ποιος είναι ο αντίκτυπος σε μια περιοχή όταν δεν υπάρχουν παιδιά». «Το δημογραφικό», συμπληρώνει, «είναι το σημαντικότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η πατρίδα μας κι εμείς το ζούμε ήδη, η εγκατάλειψη της υπαίθρου είναι πραγματική και χρειάζεται αναστροφή».
Παρότι αντιλαμβάνεται για ποιους λόγους δεν μπορούν να λειτουργούν ορισμένες σχολικές μονάδες αν δεν επαρκούν οι μαθητές, αναρωτιέται αν είναι σωστό να πρέπει ένα παιδί να μεταφέρεται χιλιόμετρα ολόκληρα για να πάει στο σχολείο. «Αυτό όμως που υποδεικνύεται σίγουρα είναι ότι στα χωριά μας δεν έχουμε νέα ζευγάρια ούτε νέα παιδιά», επισημαίνει.
Το θετικό παράδειγμα
Με το ΦΕΚ του αρμόδιου υπουργείου, εκτός από τις καταργήσεις αποφασίστηκαν και δεκάδες συγχωνεύσεις σχολικών μονάδων, ενώ άλλες υποβιβάστηκαν και άλλες προήχθησαν. Ταυτοχρόνως, ανακοινώθηκε η ίδρυση ενός νέου δημοτικού σχολείου στον Βόθωνα Θήρας, χωριό της Σαντορίνης. Ορισμένες από τις μονάδες που καταργήθηκαν, όμως, υπήρχαν μόνο στα χαρτιά.
Ιδρύεται νέο δημοτικό σχολείο στον Βόθωνα Θήρας – Ορισμένες μονάδες που καταργήθηκαν υπήρχαν μόνο στα χαρτιά.
Μία από αυτές ήταν και το 8ο Δημοτικό Σχολείο Αλίμου. Σύμφωνα με τον δήμαρχο Αλίμου Ανδρέα Κονδύλη, αυτό το σχολείο δεν λειτούργησε ποτέ. «Ιδρύθηκε στα χαρτιά το 2004-2005 και, ενώ υπάρχει το οικόπεδο, δεν κατασκευάστηκε ποτέ το κτίριο», λέει ο ίδιος στην «Κ». Ο δήμος, τονίζει, ζήτησε και παλαιότερα να ανεγερθεί το κτίριο, να ανοίξει το σχολείο. Εχουμε μέχρι και 9ο Δημοτικό Αλίμου, εξηγεί, αλλά το 8ο προσπεράστηκε, παρότι κατά τον ίδιο χρειάζεται για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες των παιδιών της περιοχής, που σε αντίθεση με την επαρχία αυξάνονται και αναμένεται να αυξηθούν ακόμη περισσότερο τα επόμενα χρόνια, λόγω και του Ελληνικού.
«Θέλουμε κι άλλους ποιοτικούς εκπαιδευτικούς χώρους, και γιατί αυξάνεται ο αριθμός των παιδιών, και για να έχουμε λιγότερα παιδιά ανά τάξη», σημειώνει ο κ. Κονδύλης. «Το ζητάμε όλα αυτά τα χρόνια», υπογραμμίζει, «αλλά δεν έχει προχωρήσει».
Τώρα, μάλιστα, που αποφασίστηκε η κατάργηση του σχολείου που έχει υπάρξει μόνο στα χαρτιά, ο δήμος είναι απολύτως απέναντι στην εν λόγω απόφαση. Σε αντίθεση με τους αντιπεριφερειάρχες περιφερειακών ενοτήτων της επαρχίας, οι οποίοι δεν κρίνουν απαραιτήτως ως λάθος την απόφαση ακόμη και αν τη θεωρούν πλήρως ενδεικτική των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν, ο δήμαρχος Αλίμου ασκεί κριτική στο υπουργείο Παιδείας. «Δεν μπορώ να καταλάβω το σκεπτικό τους», λέει στην «Κ» ο Ανδρέας Κονδύλης. «Οπως και να ‘χει, εμείς διαφωνούμε».
Πηγή: Kathimerini.gr
Ακολουθήστε τον bwinΣΠΟΡ FM 94.6 στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι τα τελευταία νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.






