Όταν η σειρά των τελικών ξεκίνησε, ο Παναθηναϊκός βρισκόταν σε θέση μειονεκτική. Όχι μόνο ψυχολογικά, αλλά και αγωνιστικά. Η ομάδα είχε δείξει σε όλη τη διάρκεια της σεζόν αμυντικές αδυναμίες που, σε μεγάλο βαθμό, της κόστισαν την ευρωπαϊκή πορεία που επιθυμούσε, ενώ ο Ολυμπιακός, έφτανε στην αναμέτρηση ως κουρασμένος μεν, πρωταθλητής Ευρώπης δε, με καθαρή και δομημένη ταυτότητα.
Η εικόνα που είχε αφήσει το «τριφύλλι» στα ημιτελικά με τον ΠΑΟΚ δεν προμήνυε όσα ακολούθησαν. Οι «πράσινοι» έδειχναν πνευματικά και αγωνιστικά αποσυντονισμένοι, σαν να είχαν κάνει πρόωρο check-out από τη σεζόν μετά την αποτυχία στο ευρωπαϊκό μέτωπο. Η ένταση έλειπε, η συγκέντρωση επίσης και η αίσθηση που επικρατούσε ήταν πως ο Ολυμπιακός έμπαινε στους τελικούς ως το ξεκάθαρο φαβορί. Δύο παιχνίδια αργότερα, η ομάδα του Εργκίν Αταμάν έχει διαψεύσει αυτές τις προσδοκίες με τον πιο εμφατικό τρόπο.
Στους δύο πρώτους τελικούς, ο Παναθηναϊκός κράτησε τον Ολυμπιακό σε μέσο όρο 70 πόντων ανά παιχνίδι, με μόλις 33 ασίστ για 30 λάθη και ποσοστό τριπόντων 13/51. Ακόμη κι αν οι αριθμοί από μόνοι τους δεν λένε όλη την ιστορία, αντικατοπτρίζουν την ουσία, ότι δηλαδή η μέχρι πρότινος αναξιόπιστη «πράσινη» άμυνα έχει περιορίσει την κορυφαία επίθεση της Ευρωλίγκας σε πενιχρές επιδόσεις.
Αυτό που άλλαξε, στην πραγματικότητα, είναι ότι έστω και πολύ αργά στη σεζόν, ο Αταμάν βγήκε από τα… κουτάκια του. Αντί για το επιθετικό μπάσκετ που χαρακτηρίζει συνήθως τις ομάδες του, έδωσε έμφαση στην άμυνα, εφαρμόζοντας τις πολυσυζητημένες αλλαγές και περιορίζοντας τα αναποτελεσματικά hedge-out. Τώρα, αυτά δεν στοχεύουν κάθε περιφερειακό του Ολυμπιακού, αλλά επικεντρώνονται στον Εβάν Φουρνιέ, τον πιο απειλητικό και ταυτόχρονα κουρασμένο παίκτη των «ερυθρολεύκων».
Η αλλαγή αυτή καθιστά αναγκαίους τους παίκτες που μπορούν να ανταποκριθούν σε διαφορετικές απαιτήσεις σε κάθε φάση του παιχνιδιού. Κομβικός σε αυτό ήταν ο Νάιτζελ Χέιζ-Ντέιβις. Στο πρώτο παιχνίδι οι επιθετικές του επιλογές ήταν απογοητευτικές (1/13 σουτ), στο δεύτερο όμως βρέθηκε σε τρομερή μέρα, σημειώνοντας 23 πόντους. Αμυντικά, όμως, ήταν κυρίαρχος και στα δύο ματς, καλύπτοντας «τρύπες», συμμετέχοντας με τρομερή άνεση στις αλλαγές και υποστηρίζοντας το νέο πλάνο του Αταμάν.
Ο Παναθηναϊκός, λοιπόν, εκμεταλλεύεται τώρα την κούραση του Ολυμπιακού, το περιορισμένο ροτέισον λόγω των ξένων και τη φθορά από μια απαιτητική σεζόν. Ακόμη και αν το σκορ είναι 1-1, η συνολική μάχη των δύο πρώτων τελικών φαίνεται ότι έχει κερδηθεί από την ομάδα του Αταμάν. Είναι η μοναδική από τους δύο «αιώνιους», άλλωστε, που έχει τη δυνατότητα να ισχυριστεί βάσιμα ότι θα μπορούσε να έχει κάνει το 2Χ2, αν οι συνθήκες ήταν ελάχιστα διαφορετικές.
Η αμυντική βελτίωση δεν ήρθε τυχαία. Ο Παναθηναϊκός απέκτησε πειθαρχία στις περιστροφές, συνέπεια στις αλλαγές και ικανότητα να περιορίζει τα «κλειδιά» του αντιπάλου, όπως για παράδειγμα ο Σάσα Βεζένκοφ και ο Άλεκ Πίτερς. Η ομάδα κατάφερε να υποχρεώσει τον Ολυμπιακό σε εντελώς διαφορετικό παιχνίδι σε σχέση με αυτό που πρεσβεύει ο κόουτς Μπαρτζώκας, να επιβάλλει στον αντίπαλό του δύσκολες επιλογές και να εκμεταλλευτεί τα λάθη, χωρίς να εξαρτάται από τις μεμονωμένες εκλάμψεις ταλέντου.
Αν υπάρχει ένα συμπέρασμα από τα δύο πρώτα παιχνίδια, είναι ότι ο Παναθηναϊκός έχει κερδίσει μέχρι στιγμής τη στρατηγική μάχη της σειράς. Αυτό, βέβαια, δεν αλλάζει το βασικό δεδομένο. Ο Ολυμπιακός εξακολουθεί να κρατά στα χέρια του το πλεονέκτημα έδρας και παραμένει το φαβορί για την κατάκτηση του τίτλου.
Όμως, αν πριν από την έναρξη της σειράς οι περισσότεροι έβλεπαν έναν Παναθηναϊκό πληγωμένο, ασταθή και με περισσότερα ερωτήματα παρά απαντήσεις, δύο παιχνίδια αργότερα η εικόνα είναι διαφορετική. Οι «πράσινοι» όχι μόνο έχουν σταθεί όρθιοι απέναντι στον πρωταθλητή Ευρώπης, αλλά έχουν δείξει ότι διαθέτουν ένα ξεκάθαρο αγωνιστικό πλάνο για να τον φθείρουν. Και αυτό ίσως είναι το σημαντικότερο κέρδος τους μέχρι τώρα, όχι το 1-1, αλλά το γεγονός ότι μοιάζουν πολύ πιο έτοιμοι για τη μάχη απ' ό,τι έδειχναν όταν αυτή ξεκινούσε.
Ακολουθήστε τον bwinΣΠΟΡ FM 94.6 στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι τα τελευταία νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.






