Γενικά

«Κάλπασε» για τους ουρανούς ο Πούσκας

Την τελευταία του πνοή σε ηλικία 79 ετών άφησε τα ξημερώματα σε νοσοκομείο της Βουδαπέστης ο Φέρεντς Πούσκας. Ο «καλπάζων συνταγματάρχης», ένας από τους κορυφαίους ποδοσφαιριστές όλων των εποχών, ο οποίος κάθισε στο παρελθόν στον πάγκο του Παναθηναϊκού και της ΑΕΚ, νοσηλευόταν εδώ και εβδομάδες σε κρίσιμη κατάσταση στη μονάδα εντατικής θεραπείας, ωστόσο από την Τετάρτη η κατάστασή του είχε παρουσιάσει επιδείνωση. Έτσι "έφυγε" για να συναντήσει στους ουρανούς τον Νάντορ Χιντεγκούτι, τον Γιόσεφ Μπόζικ, τον Σάντορ Κότσις, τον Ζόλταν Τσίμπορ και την υπόλοιπη παρέα της Ουγγαρίας. Έχε γεια Φέρεντς Πούσκας. Θα σε θυμόμαστε για πάντα!

Την τελευταία του πνοή σε ηλικία 79 ετών άφησε τα ξημερώματα σε νοσοκομείο της Βουδαπέστης ο Φέρεντς Πούσκας. Ο «καλπάζων συνταγματάρχης», ένας από τους κορυφαίους ποδοσφαιριστές όλων των εποχών, ο οποίος κάθισε στο παρελθόν στον πάγκο του Παναθηναϊκού και της ΑΕΚ, νοσηλευόταν εδώ και εβδομάδες σε κρίσιμη κατάσταση στη μονάδα εντατικής θεραπείας, ωστόσο από την Τετάρτη η κατάστασή του είχε παρουσιάσει επιδείνωση.

Αντίο… Συνταγματάρχη

Το ποδόσφαιρο έγινε πολύ φτωχότερο. Το σημαντικότερο μέλος της μεγάλης εθνικής Ουγγαρίας της δεκαετίας του 50’ μας άφησε «καλπάζοντας», για να συναντήσει στους ουρανούς τον Νάντορ Χιντεγκούτι, τον Γιόσεφ Μπόζικ, τον Σάντορ Κότσις, τον Ζόλταν Τσίμπορ και την υπόλοιπη παρέα. Ο προπονητής που χάρισε στην Ελλάδα τη μεγαλύτερή της διάκριση σε συλλογικό επίπεδο, δε βρίσκεται πια ανάμεσά μας. Οι Ούγγροι αποχαιρετούν τον «μικρό αδερφό» τους όπως τον αποκαλούσαν χαϊδευτικά. Αντίο «καλπάζοντα συνταγματάρχη». Έχε γεια Φέρεντς Πούσκας. Θα σε θυμόμαστε για πάντα!

Τα πρώτα «σκιρτήματα» με τη μπάλα

Στις 2 Απριλίου του 1927, σε ένα σπίτι της πόλης Κίσπεστ, προαστίου της Βουδαπέστης, έρχεται στον κόσμο ένα αγοράκι που λίγα χρόνια αργότερα θα κάνει όλο τον πλανήτη να παραμιλά με τα ποδοσφαιρικά του κατορθώματα. Το πλήρες όνομά του: Φέρεντς Πούσκας Μπίρο.

Όπως κάθε παιδί της εποχής του, έτσι και εκείνος έπαιζε μαζί τους πιτσιρικάδες στις αλάνες της γειτονιάς του. Εκεί ξεκίνησε η μύησή του στα μυστικά της «στρογγυλής θεάς». «Όταν ήμουν μικρός ποτέ δε μου πέρασε από το μυαλό ότι θα γινόμουν κάποιος. Απλά, ήξερα ότι ήμουν γεννημένος να γίνω ποδοσφαιριστής.
Παρόλα αυτά, ο πατέρας μου που ήταν πολύ καλός ποδοσφαιριστής, δεν είχε άσκησε καμία επιρροή στο να ακολουθήσω τα βήματά του. Απλά, μεγάλωσα σε μια γειτονιά με παιδιά και φίλους που αγαπούσαν το άθλημα
», δήλωσε χαρακτηριστικά σε κάποια συνέντευξή του.

Χόνβεντ και Πούσκας

Σε νεαρή ηλικία ο πατέρας του διακρίνοντας το ταλέντο του γιου του, τον πηγαίνει στην ομάδα όπου είναι προπονητής. Την Κίπεστ, ή πιο γνωστή ως Χόνβεντ με την οποία αργότερα θα μεγαλουργήσει και θα φτιάξει όνομα, αλλά και ο ίδιος θα την κάνει διάσημη σε όλα τα πλάτη και μήκη του πλανήτη. Τα πρώτα χρόνια αγωνίζεται με ψεύτικο όνομα μέχρι να υπογράψει επαγγελματικό συμβόλαιο: Μίκλος Κόβατς.

Σπάνια βίντεο
του Πούσκας
εν δράσει.


Στην μετέπειτα ομάδα του στρατού (1949) θα βρει τον πρώτο της παρέας των «τρομερών Μαγυάρων», τον Γιόσεφ Μπόζικ. Από το 1949 ως το 1955 κατέκτησε με τη φανέλα της πέντε πρωταθλήματα. Παράλληλα, ήταν πρώτος σκόρερ της λίγκας τις σεζόν 47/48, 49/50, 50, 53, σημειώνοντας 50, 31, 25, 27 τέρματα, αντίστοιχα. Λόγω του ότι ο σύλλογός του άνηκε στον Στρατό του προσέδωσαν το ψευδώνυμο, «καλπάζων συνταγματάρχης».

Αναζητώντας ευρωπαϊκή στέγη

Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν ευρωπαϊκές διοργανώσεις και οι ομάδες έπαιζαν φιλικές αναμετρήσεις με αντίπαλες άλλων χωρών. Σημαντικότερος αγώνας πριν τη δημιουργία τους για τον Πούσκας και την Χόνβεντ ήταν εκείνος κόντρα στην τρομερή Γουλβς του Σταν Κούλις.
Το ότι προηγήθηκε σε αγγλικό έδαφος με 2-0 στο ημίχρονο(σ.σ. τελικά ηττήθηκε με 2-3) θεωρήθηκε μεγάλο επίτευγμα, καθώς οι Άγγλοι θεωρούνταν αήττητοι. Το 1956 η Χόνβεντ κληρώνεται με την ισπανική Ατλέτικ Μπιλμπάο στο νεοσύστατο Κύπελλο Κυπελλούχων. Οι Ούγγροι έχασαν με 3-2 στη Βισκονία. Όμως, η ομάδα δε γύρισε πίσω στα πάτρια εδάφη. Όσο ο 29χρονος τότε άσος και η παρέα του έλειπαν στην ιβηρική χερσόνησο, τα σοβιετικά στρατεύματα εισέβαλαν στη χώρα τους για να καταπνίξουν την ουγγρική επανάσταση.
Δε θέλησαν να γυρίσουν ποτέ πίσω. Μετά από σειρά διεθνών αγώνων ο καθένας πήρε το δικό του δρόμο. Για τον Πούσκας ξεκίνησε μια δύσκολο περίοδος. Αρχικά, πήγε στην Εσπανιόλ, αλλά η ΟΥΕΦΑ τον τιμώρησε για την παραπάνω του ενέργεια με διετή αποκλεισμό από τις διεθνείς διοργανώσεις. Έτσι, ψάχνοντας για μόνιμη στέγη πήγε σε Αυστρία, Ιταλία (σ.σ. Μίλαν και Γιουβέντους έφτασαν κοντά στην απόκτησή του).
Τελικά, το 1958 επιστρέφει στην Ισπανία για λογαριασμό της Ρεάλ Μαδρίτης και γίνεται μέλος της "βασίλισσας". Εκεί θα κατακτήσει πολλούς τίτλους με τους «μερέγχες». Μαζί με τον Ντι Στέφανο και τον Χέντο αποτέλεσαν μια από τις «φονικότερες» τριάδες στην ιστορία του Παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Πανηγύρισε την κατάκτηση του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1959 και το 1960. Την πρώτη χρονιά ήταν τραυματίας και είχε χάσει τον τελικό με τη Ρεμς (η «βασίλισσα» νίκησε 2-0), αλλά το 1960 συμμετείχε στο 7-3 επί της Αϊντραχτ Φρανκφούρτης, όπου και πέτυχε τέσσερα γκολ (ο Ντι Στέφανο τρία), ρεκόρ που φυσικά παραμένουν μέχρι σήμερα και πιθανότατα δεν πρόκειται ποτέ να καταρριφθούν. Ο Ούγγρος πέτυχε χατ-τρικ και στον τελικό του 1962, όμως η Ρεάλ έχασε 5-3 από την Μπενφίκα. Συνολικά με τη φανέλα των «μερένγκες» ο Φέρεντς Πούσκας κατέκτησε πέντε πρωταθλήματα και έπαιξε σε 180 αγώνες της Πριμέρα Ντιβιζιόν σημειώνοντας 156 γκολ, ενώ στην Ευρώπη σκόραρε 35 φορές σε 39 ματς. Στην τροπαιοθήκη του προσέθεσε τρία Κύπελλα Πρωταθλητριών Ευρώπης(1959, 1960, 1960), πέντε πρωταθλήματα Ισπανίας (61-65), ένα Διηπειρωτικό (1960) και ένα Κύπελλο Ισπανίας (1962).

Στην παρέα των «τρομερών Μαγυάρων»

Ο «μικρός αδερφός» έκανε θραύση και με το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα της χώρας του. Το ντεμπούτο του με τα πρασινοκόκκινα χρώματα έγινε στις 20 Αυγούστου του 1945, στο νικηφόρο ματς με την Αυστρία (5-2).
Κατά τη διάρκεια της παρουσίας του με την εθνική Ουγγαρίας πέτυχε δις χατ-τρικ σε βάρος της Αυστρίας και του Λουξεμβούργου και μια φορά τέσσερα γκολ στην επιβλητική νίκη επί της Αλβανίας με 12-0 (σ.σ. η 3η μεγαλύτερη στην ιστορία της χώρας). Συνολικά αγωνίστηκε 85 φορές και σημείωσε 84 γκολ.

Πήρε το χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Ελσίνκι το 1952, όπου στον τελικό η Ουγγαρία επικράτησε της Γιουγκοσλαβίας με 2-0. Επίσης, έλαβε μέρος στη συνάντηση που έμελε να αλλάξει τον ποδοσφαιρικό χάρτη. Τη νίκη επί της Αγγλίας με 3-6 στο «Γουέμπλεϊ» στις 25 Νοεμβρίου του 1953, αλλά και στον… επαναληπτικό του 7-1 στη Βουδαπέστη στις 24 Μαΐου του 1954.

Όμως, γνώρισε και μια τεράστια πίκρα όταν η Ουγγαρία ως αδιαφιλονίκητο φαβορί και αήττητη για αρκετό χρονικό διάστημα, γνώρισε την ήττα με 3-2 από τη Δυτική Γερμανία στον τελικό του Μουντιάλ της Ελβετίας το 1954, στη «Μάχη της Βέρνης».

Ο Πούσκας με την παραμονή του στην Ισπανία απέκτησε την υπηκοότητα της χώρας και τίμησε τη φανέλα των «φούριας ρόχας» στο Μουντιάλ του 1962. Είχε τέσσερις εμφανίσεις, ωστόσο χωρίς να βάλει κάποιο γκολ. Σε προσωπικό επίπεδο αναδείχτηκε τέσσερις φορές πρώτος σκόρερ στην Πριμέρα Ντιβιζιόν (1960, 1961, 1963, 19640). Εγκατέλειψε την ενεργό δράση σε ηλικία 40 ετών, πλήρης ποδοσφαιρικών ημερών και τίτλων...

Καλπάζοντας στους πάγκους…

Από τη ενεργό δράση αποχώρησε το 1966. Έκατσε στους πάγκους των Ντεπορτίβο Αλαβές(Ισπανία-1966/67), Σαν Φρανσίσκο Γκόλντεν Γκέιτ Γκέιλς (ΗΠΑ-1967), Βανκούβερ Ρόαγιαλς (Καναδάς-1968/69), Μούρθια(Ισπανία 1974/75), Κόλο Κόλο (Χιλή-1975/77), Αλ Μάσρι(Σαουδική Αραβία-1979/1980 και 1984/85), Κλαμπ Σολ Ντε Αμέρικα(Παραγουάη-1985/86), Τσέρο Πορτένο(Παραγουάη-1986), ενώ κοουτσάρισε για τέσσερις αγώνες την εθνική Ουγγαρίας το 1993. Με καμία με τις παραπάνω δε μπόρεσε να κάνει κάτι αξιόλογο. Ίσως γιατί του πήγαινε η Ελλάδα. Είτε άμεσα, είτε… έμμεσα.

Το 1969 αναλαμβάνει τα «ηνία» του Παναθηναϊκού. Οι ποδοσφαιρικές του γνώσεις μετατρέπουν τους «πράσινους» σε κυρίαρχους του ελληνικού πρωταθλήματος. Το αποκορύφωμα ήρθε το 1971, καθώς οδήγησε το «τριφύλλι» στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών στο «Γουέμπλεϊ», όπου και ηττήθηκε με 2-0 από τον Άγιαξ του Γιόχαν Κρόιφ, αλλά και στον τελικό του Διηπειρωτικού Κυπέλλου με αντίπαλο τη Νασιονάλ του Μοντεβιδέο (σ.σ. 1-1 στην Αθήνα ήττα με 2-1 στην Ουρουγουάη).

Ο Πούσκας προσέθεσε στους τίτλους του και δύο πρωταθλήματα Ελλάδας με τον Παναθηναϊκό (1970, 1972), μέχρι να φύγει το 1974 για να επιστρέψει το 1978, αλλά για την ΑΕΚ αυτή τη φορά. Και την «Ένωση» οδήγησε στην κατάκτηση του τίτλου. Ο Πούσκας πήρε πρωτάθλημα και με έναν ελληνικό σύλλογο της… ξενιτιάς. Με την Ελλάδα Μελβούρνης, τότε που η ομάδα αυτή αποτελούνταν σχεδόν εξ ολοκλήρου από Ελληνες ομογενείς,
την αγωνιστική περίοδο 1990-91.

Η ποδοσφαιρική του αξία ήταν αδιαμφισβήτητη. Όταν βάζεις σε 975 αναμετρήσεις 953 γκολ, τα λόγια περιττεύουν. Ο μαγυάρικος ποδοσφαιρικός ουρανός θα είναι σκοτεινότερος, με το «σβήσιμο» του λαμπρότερου αστεριού του. Το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο έχασε έναν από τους «αποστόλους» του. Έναν από εκείνους που διαφήμισαν το άθλημα από άκρη σ’ άκρη. Σε κάθε γωνία του πλανήτη. Από εδώ και στο εξής θα μαγεύει με τις ντρίμπλες του στα γήπεδα του Παραδείσου…



Επιμέλεια: Αλέξανδρος Κιράγκας

Ακολουθήστε τον bwinΣΠΟΡ FM 94.6 στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι τα τελευταία νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Σχετικά βίντεο

close menu
x