Αναλυτικά η συνέντευξη του Γιώργου Καραγκούνη στην ιταλική «Il Posticipo»:

Γιώργο, τι κάνεις σήμερα στη ζωή σου;
«Ζω στην Ελλάδα. Με τους παλαίμαχους του Euro 2004 παίζουμε μερικά παιχνίδια και διοργανώνουμε διάφορες εκδηλώσεις για φιλανθρωπικούς σκοπούς για να βοηθήσουμε τους ανθρώπους που έχουν ανάγκη. Είμαι επίσης πρεσβευτής της UEFA για το επόμενο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα. Περνάω πολύ χρόνο με την οικογένειά μου. Ξαναπαίρνω λίγο τη ζωή μου στα χέρια μου αφότου σταμάτησα να παίζω».

Πώς είναι η κατάσταση στην Ελλάδα; Σας χτύπησε ο κορονοϊός;
«Περάσαμε 2-3 δύσκολους μήνες όπως όλη η Ευρώπη. Τώρα είμαστε πιο χαλαροί και επιστρέφουμε στο να κάνουμε αυτό που κάναμε πριν. Ελπίζουμε να συνεχίσουμε έτσι. Το ποδόσφαιρο ξεκίνησε και πάλι στην Ελλάδα. Ελπίζω ότι οι άνθρωποι θα επιστρέψουν σύντομα στο γήπεδο για να παρακολουθήσουν τους αγώνες. Το ποδόσφαιρο χωρίς τους οπαδούς δεν είναι ποδόσφαιρο, δεν ενθουσιάζει με τον ίδιο τρόπο».

Πότε αποφάσισες να γίνεις ποδοσφαιριστής;
«Όταν ήμουν μικρός έπαιζα πάντα ποδόσφαιρο με τους φίλους μου στο χωριό μου. Μια μέρα άρχισα να παίζω με την ομάδα του Πύργου και μετά πήγα στον Παναθηναϊκό. Πάντα μου άρεσε το ποδόσφαιρο. Η οικογένειά μου με βοήθησε πολύ. Όταν έφυγα από τον Πύργο για να πάω στην Αθήνα ήμουν μόλις 13 ετών και οι γονείς μου μετακόμισαν μαζί μου. Ήθελαν να γίνω ποδοσφαιριστής».

Τι σημαίνει για εσένα ο Παναθηναϊκός;
«Ήταν το σπίτι μου, ο σύλλογος με τον οποίο έχω παίξει πολλά παιχνίδια καθ ‘όλη τη διάρκεια της καριέρας μου. Στον Παναθηναϊκό έμαθα τόσα πολλά πράγματα. Πήγα εκεί όταν ήμουν παιδί. Για αυτό σήμαινε και σημαίνει πολλά για μένα. Μεγάλωσα εκεί, κερδίσαμε πολλά παιχνίδια και στο Champions League, πήραμε μεγάλες χαρές. Το ότι πήγαινα καλά με τον Παναθηναϊκό μου επέτρεψε να πάω στην Ίντερ».

Το 2000-01 με τον Παναθηναϊκό νικήσατε την Γιουβέντους στο Champions League, αποκλείοντάς την από τη διοργάνωση. Τι θυμάσαι;
«Με αυτήν την επιτυχία προκριθήκαμε στην επόμενη φάση. Νικήσαμε μία σπουδαία Γιουβέντους. Ο Αντσελότι ήταν στον πάγκο, μεγάλοι πρωταθλητές όπως ο Ζιντάν και ο Ντελ Πιέρο ήταν στο γήπεδο. Ήταν μια αξέχαστη στιγμή για τον Παναθηναϊκό. Ήμασταν μια πολύ δυνατή ομάδα, στην πραγματικότητα νικήσαμε και άλλες μεγάλες ομάδες στην Ευρώπη».

Το 2003 μετακόμισες στην Ίντερ. Πώς ήταν η εμπειρία;
«Είχα παίξει καλά παιχνίδια με την Ελλάδα, οπότε η Ίντερ με ζήτησε. Στο Μιλάνο έζησα δύο δύσκολες σεζόν. Υπήρχαν πολλοί πρωταθλητές στην ομάδα, αλλά και πολλά προβλήματα. Όταν δεν κερδίζεις υπάρχει τόσο μεγάλη πίεση που αυξάνεται μέρα με τη μέρα, έτσι έγινε με εμάς. Αλλά το να παίζεις στην Ίντερ ήταν μια υπέροχη εμπειρία. Υπήρχαν υπέροχοι άνθρωποι, το προσωπικό ήταν καλό, ο Μοράτι ήταν ένας φανταστικός άνθρωπος. Ήταν πολύ ωραία για μένα».

Είναι αλήθεια ότι δεν πάσαρες ποτέ την μπάλα στον Βιέρι;
«Ο Κριστιάν το λέει συνεχώς επειδή ήθελε πάντα τη μπάλα. Όλοι οι επιθετικοί μιλούν έτσι. Ωστόσο, ο Βιέρι ήταν σπουδαίος πρωταθλητής και είμαι ευτυχής που έπαιξα μαζί του, με τον Αντριάνο στην επίθεση, όπως και με τον Βερόν και άλλους υπέροχους παίκτες. Στη συνέχεια, όταν ήμουν στην Ίντερ, έγινα επίσης πρωταθλητής Ευρώπης με την Ελλάδα. Ήταν μια υπέροχη στιγμή για μένα».

Περίμενες να παίξεις περισσότερο τη δεύτερη χρονιά σου με τον Μαντσίνι στην Ίντερ; Ήσουν ήδη πρωταθλητής Ευρώπης...
«Έτσι έγιναν τα πράγματα… Ήταν δύσκολα χρόνια, τότε κάθε προπονητής είχε την τακτική του και σε αυτή τη μεσαία γραμμή υπήρχαν πολλοί πρωταθλητές. Χρειάζεται επίσης λίγη τύχη. Εάν δεν παίζεις συνεχώς, είναι δύσκολο να βρεις καλό ρυθμό. Δεν ήταν εύκολο για μένα. Στη δεύτερη χρονιά, ωστόσο, κέρδισα το Κύπελλο Ιταλίας με την Ίντερ κερδίζοντας τη Ρόμα στον τελικό».

Ήταν περίεργο να κερδίζεις τον Μουρίνιο και τον «Ίμπρα» στο «Τζουσέπε Μεάτσα» με τον Παναθηναϊκό στο Champions League το 2008;
«Δεν ήταν εύκολο να αντιμετωπίζω τους πρώην συμπαίκτες μου. Ήταν μια ιστορική νίκη για τον Παναθηναϊκό. Νικήσαμε μια πολύ δυνατή ομάδα, με προπονητή τον Μουρίνιο. Με αυτήν την επιτυχία κλείσαμε την ομάδα στην πρώτη θέση μπροστά από τους 'νερατζούρι'. Ήταν μεγάλη ικανοποίηση για όλους μας. Το 'Τζουσέπε Μεάτσα' είναι ξεχωριστό: μου φέρνει πάντα καλές αναμνήσεις».

Τι πιστεύεις για την ομάδα του Κόντε;
«Σήμερα παρακολουθώ την Ίντερ και υποστηρίζω την ομάδα. Δυστυχώς, μετά τα τελευταία αποτελέσματα, νομίζω ότι είναι δύσκολο να κερδίσει το σκουντέτο».

Η Ίντερ πήρε τον νεαρό Γεώργιο Βαγιαννίδη από τον Παναθηναϊκό: τον γνωρίζεις;
«Δυστυχώς όχι, επειδή έπαιξε πολύ λίγο με την πρώτη ομάδα. Μόνο ένα παιχνίδι στο ελληνικό πρωτάθλημα, αλλά μου έχουν πει ότι ο Βαγιαννίδης έχει μεγάλα περιθώρια ανάπτυξης. Ελπίζουμε να τα πάει καλά. Πηγαίνει σε μια υπέροχη ομάδα, όλοι γνωρίζουμε ότι δεν είναι εύκολο να καθιερωθείς, αλλά όταν είσαι νέος μπορείς να μάθεις. Αν δουλεύεις μπορείς να το καταφέρεις. Ο Βαγιαννίδης έχει όλο το μέλλον μπροστά του».

Σήμερα παίζεις με τους θρύλους της Ίντερ, σου αρέσει;
«Όλοι διασκεδάζουμε μαζί. Είναι ωραίο να βλέπουμε ξανά παλιούς φίλους, είμαστε χαρούμενοι που συναντιόμαστε, υπάρχει μια όμορφη σχέση μεταξύ μας. Μου αρέσει να παίζω για την Inter Forever. Aυτά τα παιχνίδια είναι πάντα ωραία».

Πώς καταφέρατε να κερδίσετε το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα με την Ελλάδα;
«Ο Ότο Ρεχάγκελ ήταν καλός στο χτίσιμο της ομάδας. Στην εθνική ομάδα δεν είναι εύκολο να προπονηθείς γιατί μπορείς να εργαστείς με τους παίκτες μία φορά κάθε δύο μήνες. Εμείς, ωστόσο, ήμασταν σχεδόν πάντα οι ίδιοι παίκτες για μερικά χρόνια και ο Ρεχάγκελ δεν άλλαξε ποτέ τακτική του. Παίξαμε σαν μια "κανονική" ομάδα, ήμασταν μια οικογένεια και όλα χάρη στον προπονητή. Τότε είχαμε παίκτες εξαιρετικής ποιότητας και προσωπικότητας. Χάρη σε αυτούς κερδίσαμε το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα νικώντας εξαιρετικούς αντιπάλους. Η Ελλάδα είχε μια πολύ ισχυρή γενιά παικτών τόσο όσον αφορά την προσωπικότητα όσο και την αξία του κάθε παίκτη».

Τι θυμάσαι από τον τελικό εναντίον της Πορτογαλίας;
«Δυστυχώς, δεν έπαιξα εκείνο το παιχνίδι επειδή ήμουν τιμωρημένος, θυμάμαι καλύτερα ότι το πρώτο παιχνίδι του τουρνουά παίξαμε εναντίον τους πετύχαμε μια υπέροχη νίκη στην πρεμιέρα, όπου σκόραρα. Αυτή η νίκη μας επέτρεψε να περάσουμε στον επόμενο γύρο από έναν όμιλο όπου υπήρχαν Πορτογαλία, Ισπανία και Ρωσία. Στη διοργάνωση δεχθήκαμε λίγα γκολ. Όλοι συμμετείχαμε στην αμυντική φάση, ήμασταν πολύ συμπαγείς στο γήπεδο και ξέραμε πώς και πότε να χτυπήσουμε στην αντεπίθεση».

Είσαι πρεσβευτής στο επόμενο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα. Τι περιμένεις;
«Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει σε ποια κατάσταση θα είναι οι ομάδες σε ένα χρόνο, δεδομένου ότι το νέο καλεντάρι είναι γεμάτο αγώνες που έχουν αναβληθεί για την πανδημία. Κανείς δεν ξέρει πώς θα είναι οι παίκτες. Είναι πολύ νωρίς για να πούμε οτιδήποτε. Μου αρέσει το γεγονός ότι θα διεξαχθεί σε πολλές χώρες. Το να παίζεις σε διαφορετικές χώρες είναι μια νέα εμπειρία για παίκτες και οπαδούς».

Με την Ελλάδα αντιμετωπίσατε επίσης την Αργεντινή του Μαραντόνα και του Μέσι το 2010.
«Πήραμε μεγάλες χαρές με την Ελλάδα το 2004, αλλά όχι μόνο. Ήταν 10 πολύ σημαντικά χρόνια μέχρι το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2014. Ήμασταν για καιρό στους κορυφαίους 10 του κόσμου στην κατάταξη της FIFA. Το ποδόσφαιρο για την Ελλάδα ήταν πηγή υπερηφάνειας».

Το 2012 επέλεξες την Φούλαμ μετά το αποχαιρετιστήριο παιχνίδι σας στον Παναθηναϊκό. Πώς ήταν η εμπειρία στην Πρεμιέρ Λιγκ;
«Υπήρχαν υπέροχες ομάδες. Ήταν μια όμορφη εμπειρία, θα ήθελα να το ζήσω ως νεότερος, δυστυχώς πήγα πολύ αργά. Ήταν δύο υπέροχα χρόνια. Υπάρχει μεγάλο πάθος, το να παίζεις στα αγγλικά γήπεδα είναι το καλύτερο για έναν ποδοσφαιριστή».

Ολοκλήρωσες την καριέρα σου με την Ελλάδα στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2014. Ήταν ο καλύτερος τρόπος να αποχαιρετήσεις το ποδόσφαιρο;
«Η Ελλάδα μου έχει δώσει πολλά, έκανα ρεκόρ συμμετοχών με αυτή τη φανέλα. Ήθελα να τελειώσει η καριέρα μου όταν ήμουν ακόμα στην κορυφή. Δεν υπάρχει τίποτα μεγαλύτερο από το Παγκόσμιο Κύπελλο για να αποσυρθείς. Στη Βραζιλία περάσαμε την φάση ομίλων, αποκλείστηκαμε στα πέναλτι από την Κόστα Ρίκα στους 16. Δεν θα μπορούσα να τελειώσω την καριέρα μου σε καλύτερη στιγμή. Ήταν το κερασάκι στην τούρτα».

Ποια είναι η σχέση σου με την εθνική ομάδα σήμερα;
«Μετά τη απόσυρση μου μου το 2014 δούλεψα ως διευθυντής για πέντε μήνες μαζί με τον Ρανιέρι. Η προπονητής μου ζήτησε να βοηθήσω, ο Κλαούντιο είναι κύριος και χαίρομαι που συνεργάστηκα μαζί του. Δυστυχώς, η συνεργασία μας δεν κράτησε πολύ γιατί δεν είχαμε τα αποτελέσματα που θέλαμε. Τα τελευταία 5 χρόνια δεν έχω σχέσεις με την Εθνική. Σήμερα πηγαίνω στο γήπεδο ως οπαδός. Ωστόσο, η Εθνική ομάδα είναι πάντα στην καρδιά μου».

Έχεις ακόμα όνειρα στον κόσμο του ποδοσφαίρου;
«Ελπίζω να μπορέσω να πάρω άλλες χαρές, ωστόσο κανένας από εμάς δεν ξέρει πώς θα πάει το μέλλον. Βλέπω πολλά παιχνίδια και συχνά πηγαίνω στο γήπεδο. Το ποδόσφαιρο εξακολουθεί να είναι το μεγάλο πάθος μου».

ON DEMAND: Όλα τα ρεπορτάζ στο επίσημο κανάλι του ΣΠΟΡ FM στο youtube