Η ανάληψη της αποστολής να παρουσιάσεις τον βίο και πολιτεία μιας μεγάλης προσωπικότητας ενέχει πολλούς κινδύνους. Μεγαλύτερος όλων όμως ίσως είναι ο θαυμασμός σου για το κεντρικό πρόσωπο να αφαιρέσει, συνειδητά ή μη, οτιδήποτε μπορεί να λεκιάσει την εικόνα του ειδώλου, με αποτέλεσμα το ντοκιμαντέρ να απέχει πολύ από ό,τι υποδηλώνει ο τίτλος του, δηλαδή τα ντοκουμέντα, περιλαμβάνοντας μόνο ύμνους και δοξολογίες.

Για το Last Dance, από τη στιγμή που «συλλήφθηκε» το 1997 μέχρι την εκτέλεσή του σχεδόν είκοσι χρόνια μετά, οι δημιουργοί του γνώριζαν πως ο κίνδυνος να προστεθεί στη λίστα των πολλών «αγιογραφιών» για τον Μάικλ Τζόρνταν ήταν μεγάλος. Ευτυχώς το πέμπτο και έκτο επεισόδιο της σειράς έδειξαν πως ο Τζέισον Χέιρ και οι συνεργάτες του δεν στάθηκαν με δέος απέναντι στον μύθο, αλλά θέλησαν να φωτίσουν και σκοτεινές πλευρές του που συνήθως παραλείπονταν στις πρότερες προσπάθειες σφυρηλάτησης του πορτραίτου του. Λειτούργησαν περισσότερο ως δημοσιογράφοι και όχι ως αγιογράφοι, κάτι που-προς τιμήν του-αποδέχτηκε και ο ίδιος ο Air αποδεχόμενος να μιλήσει για θέματα που για άλλους έκαναν «τζιζ». Έστω και όχι πάντα με απόλυτη ειλικρίνεια.

Στην τελική, ο τύπος που ορθώς αντιμετωπίζεται ως Θεός του μπάσκετ, είναι τελικά ένας… από μας. Από το bullying στον Τζέρι Κράουζ για το… physique του, τα ανελέητα καψώνια στους συμπαίκτες του, τα βέτο που έθετε για προπονητές και συμπαίκτες και την αυτοπεποίθηση που συχνά έξυνε το ταβάνι πριν γίνει αλαζονεία, μέχρι τη… no politica στάση του (είτε για να μην κακοκαρδίσει κανέναν θαυμαστή και δυνάμει αγοραστή των προϊόντων του, είτε επειδή απλώς δεν τον ενδιέφερε), τον εθισμό στον τζόγο (είτε για να ξεσκάσει, είτε επειδή ήταν junkie του ανταγωνισμού, είτε απλώς επειδή είχε ένα «αρρωστημένο» πάθος πέρα από το μπάσκετ και το γκολφ) και τις κακές συναναστροφές εκτός παρκέ που τον έφεραν μέχρι και στα δικαστήρια, όλα αυτά συνθέτουν έναν θνητό, με κουσούρια, συμπλέγματα, αδυναμίες και όλα τα… κακά που μπορεί να κουβαλάμε όλοι μας. Και ούτε οι δικαιολογίες που χρησιμοποίησε on camera για τις πράξεις του, ούτε τα γυαλιά ηλίου αρκούσαν για να κρύψουν τη λερωμένη φωλιά του. Η γλώσσα του σώματος προδίδει την αλήθεια που δεν είπαν τα λόγια ή τα κρυμμένα από τους μαύρους φακούς μάτια του Air.

Ο τύπος που περιγράφεται στην παραπάνω παράγραφο (και πολλά ακόμη άσχημα που πιθανότατα έκανε και δεν θα μάθουμε ποτέ) απέχει πολύ από αυτό που τα πιτσιρίκια ονειρεύονταν βλέποντας τον ατσαλάκωτο Τζόρνταν και το σλόγκαν «Be Like Mike». Ο ίδιος, φυσικά, ουδέποτε ζήτησε να θαυμάζεται για οτιδήποτε άλλο πέραν όσων έκανε μέσα στις τέσσερις γραμμές, αλλά αντιλήφθηκε στην πορεία πως το πακέτο του «ειδώλου» που μοσχοπουλούσαν οι δεκάδες εταιρείες που διαφήμιζε δεν περιοριζόταν στο μπάσκετ. Κι όσο η φήμη μεγάλωνε, όταν πια έγινε ο πιο δημοφιλής άνθρωπος στον πλανήτη, το βάρος αυτό έγινε αβάσταχτο. Ακόμη και για κάποιον που στα μάτια των fans του δεν λυγίζει με κανέναν κρυπτονίτη. Οι δυσκολίες διαχείρισης αυτού του βάρους ήταν ο βασικός λόγος του πρώτου «αντίο» μετά το πρώτο three-peat, σε συνδυασμό με την αδηφάγο συνήθεια κοινού και media να αποκαθηλώνει εύκολα τα πρόσωπα που η ίδια θεοποίει ψάχνοντας φυσιολογικές ρωγμές ή ανακαλύπτοντάς τες κι εκεί που δεν υπάρχουν. «Σε χτίζουν για να σε γκρεμίσουν», όπως πολύ εύστοχα είπε ο δημοσιογράφος Αχμάντ Ρασάντ στο Last Dance. Ή… ελληνιστί, «… όσο πιο ψηλά ανεβαίνει η μαϊμού, τόσο περισσότερο φαίνεται ο κώλος της».

Μια άβολη αλήθεια όμως είναι πάντα προτιμότερη από ένα ωραιοποιημένο ψέμα. Οι εκατομμύρια πιστοί του δεν πρόκειται να αλλαξοπιστήσουν, όπως δεν έκαναν και με άλλα (πολύ πιο) «λερωμένα» είδωλα, όπως ο Μαραντόνα ή ο Μάικλ Τζάκσον. Η παρουσίαση της αθέατης πλευράς του Τζόρνταν από το Last Dance δεν καταρρίπτει τον μύθο του, αλλά τον ολοκληρώνει και τον παρουσιάζει στην πραγματική του διάσταση. Αυτή με την οποία μπορεί να ταυτιστεί ο καθένας εξ ημών και όχι αυτή που όσο κι αν θέλει ή προσπαθεί κανείς δεν μπορεί καν να πλησιάσει παρά μόνο θαυμάζει από απόσταση σαν θεατής ταινίας επιστημονικής φαντασίας.

Ο κόσμος μπούχτισε από την «τέλεια» εικόνα που ορισμένοι φοράνε στα πρότυπά του και που το μάταιο κυνήγι της μόνο απογοήτευση μπορεί να προσφέρει. Καιρός είναι να αρχίσουμε να θαυμάζουμε ανθρώπους όπως πραγματικά είναι και να τους αγαπάμε και με/για τις αδυναμίες τους. Ήρωες όχι που πλάθουμε, αλλά που... αξίζουμε.