Ασφαλώς και η πρόκριση δεν χάθηκε αυτό το θλιβερό μεσημέρι Δευτέρας, αλλά έξι μέρες πριν. Το συγκεκριμένο σύστημα διεξαγωγής δεν συγχωρεί λάθη και η Εθνική έκανε το μοιραίο απέναντι στην Βραζιλία. Απλώς της δόθηκε μια τελευταία ευκαιρία να σώσει την παρτίδα, αλλά δεν την αξιοποίησε παρά την υπερπροσπάθεια. Ή και δεν την άφησαν να την αξιοποιήσει…

Γράφει από τη Σενζέν, ο Χρήστος Ρομπόλης

Ίσως, δε, όπως η πρόκριση χάθηκε την περασμένη Τρίτη, το +12 να χάθηκε στο πρώτο ημίχρονο του «τελικού» με την Τσεχία. Εκεί που η Εθνική έχοντας συνολικά καλύτερη εικόνα βρέθηκε από το 31-24 μέσα σε 100 δευτερόλεπτα να φεύγει υπολειπόμενη στο σκορ για τα αποδυτήρια (32-33). Η ψυχολογία της θα μπορούσε να καταρρακωθεί, αλλά ο χαρακτήρας που έβγαλε της επέτρεψε να αγγίξει το θαύμα. Στην τέταρτη περίοδο έφτασε τρεις φορές στον μαγικό αριθμό, αλλά όταν το μομέντουμ είχε για τα καλά γυρίσει, ήρθε ο ανεκδιήγητος Λίτσκα (που είχε δείξει «σημάδια» και στο ματς με τις ΗΠΑ) να ανακαλύψει πέμπτο φάουλ του Γιάννη σε πασιφανή φάση για δύο βολές και να κόψει τα πόδια, πρωτίστως ψυχολογικά, στην ομάδα. Προσθέστε στην εξίσωση και το δραματικό deja vu του προημιτελικού του 2017 με τη Ρωσία από τη γραμμή των βολών (10/18 η Εθνική, 21/22 η Τσεχία) και η ανατροπή έμεινε στη μέση…

Η παραδοχή της αποτυχίας δεν είναι ντροπή, αλλά ρεαλισμός. Μόνο αν αναγνωρίσεις το λάθος μπορείς να το διορθώσεις. Η Εθνική αναμφίβολα απέδωσε κατώτερα του αναμενομένου βάσει της ποιότητας, εμπειρίας και προσωπικότητας του ρόστερ της. Όπως αντίστοιχα, λόγου χάρη, η Τσεχία απέδωσε καλύτερα από τον μέσο όρο του ατομικού ταλέντου του δικού της δυναμικού. Και παρά την εχθρική διαιτησία, το πράγμα δεν αλλάζει: η Εθνική δεν κατάφερε να φτάσει εκεί που πραγματικά μπορούσε κι εκεί που ονειρευόμασταν. Όχι ότι δεν ήθελε ή δεν προσπάθησε φυσικά… Να’ στε σίγουροι πως τα ίδια τα μέλη της είναι πιο στενοχωρημένα από όλους μας. Στον πρωταθλητισμό, ωστόσο, δυστυχώς όλοι και όλα κρίνονται εκ του αποτελέσματος κι όχι από την επιθυμία ή την προσπάθεια.

Μια ομάδα με ασύμβατους παίκτες

Τι έφταιξε; Η καταραμένη ήττα από την Βραζιλία είναι η εύκολη εξήγηση. Η γνώμη του υπογράφοντος είναι πως η Εθνική αυτή έχει αρκετό (όχι το μεγαλύτερο του κόσμου όμως) ταλέντο, αλλά αρκετά ασύμβατους μεταξύ τους παίκτες. Διαθέτει ένα υπερόπλο, τον Γιάννη Αντετοκούνμπο, που μπορεί να αναδείξει στο μέγιστο τις αρετές του αρκεί να διαθέτει τους συμπαίκτες που θα του ανοίξουν το γήπεδο με το σουτ τους. Στους Μπακς πήρε 3-4 χρόνια να το καταλάβουν και να φορτώσουν το ρόστερ τους με σουτέρ. Η Εθνική δεν έχει πολυτέλεια για «μεταγραφές» και… αναγκαστικά χτίζεται με τους καλύτερους Έλληνες παίκτες. Σουτέρ η χώρα «παράγει» με το σταγονόμετρο, κάποιοι ικανοί όπως ο Σάκοτα ή ο Βασιλειάδης απορρίφθηκαν προφανώς λόγω της αμυντικής τους αδυναμίας, ενώ ο Ντόρσεϊ που ήταν στο πλάνο προτίμησε την αναζήτηση επαγγελματικής στέγης. Εξ αρχής ήταν δύσκολο εγχείρημα να προσαρμοστεί η Εθνική στο παιχνίδι του Γιάννη και ο ίδιος στα διαφορετικά από όσα έχει συνηθίσει στο ΝΒΑ δεδομένα. Κι όταν προσπαθείς να εκβιάσεις την ενσωμάτωση ενός σούπερ σταρ σε ένα σύνολο που είχε μάθει να παίζει με διαφορετικό τρόπο, συχνά αυτό γίνεται μπούμερανγκ.

Αυτή η ελληνική ομάδα έχει κι άλλες ιδιομορφίες πλην του Γιάννη και της έλλειψης σουτέρ. Διαθέτει δύο υψηλής κλάσης και συμβατά μεταξύ τους γκαρντ, αλλά όχι ικανό βάθος για να υποστηρίξουν πλάνο με δύο ή πόσω μάλλον τρία γκαρντ για ολόκληρο τουρνουά. Για έναν «τελικό», όπως αυτός με την Τσεχία, μπορεί να συμβεί, πιθανότατα θα έπρεπε να γίνει για περισσότερη ώρα και στο καταραμένο παιχνίδι με την Βραζιλία για να αποφευχθεί το κακό, αλλά δεν γίνεται να παίζουν κάθε βράδυ 37 λεπτά ο Καλάθης και 36 λεπτά ο Σλούκας. Μακάρι να ξαναβρεί τον καλό εαυτό του ο Μάντζαρης, να δείξει την αξία του σε επίπεδο Ευρωλίγκας ο Λαρεντζάκης, να συνεχίσει την πρόοδο ο Κόνιαρης και να επιστρέψει γερός ο Αθηναίου, αλλά μέχρι τότε, κακά τα ψέματα, το απαραίτητο βάθος δεν υπάρχει. Κι όποιος αναπολεί σχήματα με τρία γκαρντ, έχει μείνει στην περίοδο των Παπαλουκά, Διαμαντίδη, Σπανούλη και Ζήση, που έλυναν τα χέρια του προπονητή.

Άλλη μια ιδιομορφία του δυναμικού της Εθνικής; Οι δύο «Παπ» είναι υπερπολύτιμοι, αλλά αποδεικνύεται πως η συνύπαρξή τους στην πεντάδα δεν λειτουργεί. Ούτε ανεβάζοντας τον Παπαπέτρου στο «4», ούτε κατεβάζοντας τον Παπανικολάου στο «2». Ίσως να μπορεί να φέρει αποτελέσματα, αλλά μόνο περιστασιακά. Ο κόουτς Σκουρτόπουλος δεν είχε πρόθεση να πάει με αυτό ως βασικό πλάνο στο Παγκόσμιο, αλλά ο τραυματισμός του Σλούκα μετέτρεψε αυτό το εναλλακτικό σχέδιο σε… βασικό. Στα φιλικά λειτούργησε αρκετές φορές, αλλά αυτά είναι… φιλικά και σε πραγματικές συνθήκες το αποτέλεσμα δεν ήταν το προσδοκώμενο. Η Εθνική δεν κατόρθωσε παρά σε ελάχιστες περιπτώσεις να αξιοποιήσει το μέγεθος που της έδιναν οι τρεις ή τέσσερις φόργουορντ κλέβοντας και τρέχοντας στον αιφνιδιασμό και τις περισσότερες φορές το σχήμα αυτό αποδεικνυόταν «βαρύ» στην άμυνα (π.χ. απέναντι σε Βραζιλία ή Νέα Ζηλανδία) και στατικό στην επίθεση.

Ο Θανάσης Σκουρτόπουλος άκουσε, ακούει και θα ακούσει πολλά. Είναι ο εύκολος στόχος, άλλωστε… Ο ίδιος ανέλαβε την ευθύνη, δεν έψαξε εύκολες δικαιολογίες και παρά τα λάθη του έκανε το καλύτερο που μπορούσε. Αν αυτό κρίνεται επαρκές ή όχι αποτελεί υπόθεση της ομοσπονδίας να το αξιολογήσει και να αποφασίσει. Άποψη της στήλης πριν καν την έναρξη του Παγκοσμίου Κυπέλλου, είναι πως ορθώς του δόθηκε η ευκαιρία να οδηγήσει την ομάδα στα τελικά. Το έργο του στην ιδιαίτερη και γεμάτη παγίδες και δυσκολίες διαδικασία των προκριματικών ήταν εξαιρετικό. Και μια απόφαση κρίνεται βάσει των δεδομένων της στιγμής που λαμβάνεται κι όχι εκ του αποτελέσματος. Τότε είναι όλοι μετά Χριστόν προφήτες. Να’ στε σίγουροι, πως αν μετά τα προκριματικά είχε επιλεγεί άλλος, πιο προβεβλημένος στη θέση του και είχε αποτύχει, θα ψάχνανε πολλοί τον… αδικημένο Σκουρτόπουλο. Όπως επίσης, όσοι ονειρεύονται Ομπράντοβιτς, Ιτούδη και λοιπούς στον πάγκο της Εθνικής, μάλλον ζουν σε άλλη εποχή. Μια ματιά στους πάγκους όλων των ευρωπαϊκών ομάδων θα τους πείσει. Και καμιά Γαλλία, Λιθουανία, Γερμανία, Τσεχία ή Αυστραλία δεν έχει top class προπονητή. Η Ευρωλίγκα μαζεύει τους καλύτερους και δεν τους επιτρέπει να τρέχουν για «παράθυρα» ή διοργανώσεις μέχρι τα μέσα Σεπτέμβρη…

Τουλάχιστον ήταν όλοι εκεί

Ουδείς μπορεί να έχει παράπονο από την προσπάθεια. Οι παίκτες, περισσότεροι εκ των οποίων έχουν κατακτήσει σχεδόν τα πάντα, θυσίασαν περίπου δύο μήνες ξεκούρασης μετά από μια εξοντωτική σεζόν για να συμμετέχουν στην προσπάθεια. Ο Μπουρούσης ταξίδευε από την άλλη άκρη της γης για να παίξει στα «παράθυρα». Ο Καλάθης μετά τις υπερωρίες στον Παναθηναϊκό ήρθε κι έκανε κι άλλες στην Εθνική. Ο Σλούκας έκανε δέκα ώρες θεραπεία την ημέρα για να επιστρέψει από τον τραυματισμό του. Ο Μάντζαρης «κόπηκε» αλλά επέστρεψε αμέσως όταν παρέστη ανάγκη. Όλοι τους ανεξαιρέτως έδωσαν την ψυχή τους. Και ο Γιάννης πρώτος από όλους. Όπως είπε και ένας Καναδός συνάδελφος «… εμείς είχαμε τόσους ΝΒΑερ και δεν εμφανίστηκε σχεδόν κανένας. Τουλάχιστον ο Γιάννης ήταν εκεί για την Εθνική του». Και ο Γιάννης και όλοι τους, προσθέτουμε…

ΥΓ: Η FIBA έχει κάνει τραγικά λάθη στην πορεία των ετών, ίσως κι να μην φέρει τη μεγαλύτερη ευθύνη για το «σχίσμα» στο ευρωπαϊκό μπάσκετ, αλλά σε αυτό το Παγκόσμιο Κύπελλο τα έχει κάνει θάλασσα. Το επίπεδο της διαιτησίας είναι κάκιστο, έχουν γίνει «εγκλήματα» σε πολλά παιχνίδια και ίσως γίνουν ακόμη περισσότερα. Είδαμε την Λιθουανία να «σφάζεται» στο γόνατο, την Κίνα να σπρώχνεται ασύστολα για να περάσει στη δεύτερη φάση και μετά για να κερδίσει θέση στους Ολυμπιακούς Αγώνες, μέχρι και την… Τσεχία να ευνοείται απέναντι στην Ελλάδα του Γιάννη Αντετοκούνμπο. Η συμπεριφορά, δε, προς το κορυφαίο όνομα της διοργάνωσης είναι απαράδεκτη. Σε μια διοργάνωση που σνόμπαραν επιδεικτικά δεκάδες σούπερ σταρ του κορυφαίου πρωταθλήματος, ο MVP του ΝΒΑ που γέμισε τα γήπεδα και κράτησε το ενδιαφέρον των ουδέτερων, όχι απλώς δεν πήρε κάποιο σφύριγμα, αλλά δεν τον σεβάστηκαν. Με τέτοια στάση, μην απορεί κανείς στην FIBA αν οι αρνήσεις των σούπερ σταρ θα γίνονται όλο και περισσότερες στο μέλλον…

Κάνεις Cash out από παντού μέσω Opapp και πληρώνεσαι στο πρακτορείο.