Η είδηση, το βράδυ της Πέμπτης στα δημοσιογραφικά γραφεία, δεν ήταν το πανελλήνιο ρεκόρ του Κώστα Φιλιππίδη στην Πανεπιστημιάδα. Αλλωστε, για τον έφηβο επικοντιστή τα ρεκόρ έχουν γίνει ρουτίνα, κάτι σαν Ισινμπάγιεβα, αλλά δίχως τα γοητευτικά μάτια. Η είδηση ήταν ότι γίνεται Πανεπιστημιάδα. Ω, της υποβάθμισης. Αν βέβαια την είχε αναλάβει η Ελλάδα, θα μιλούσαμε για «άλλη μία μεγάλη διοργάνωση» και θα την πνίγαμε στα ταρατατζούμ.
Το ξέρετε δα το παραμύθι: «Μετά την άψογη τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων, η Ελλάδα έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη των διεθνών φορέων» κ.λπ. κ.λπ. Για τις πραγματικά σημαντικές διοργανώσεις που χάνουμε (π.χ. το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα υγρού στίβου), μιλιά. Προσπερνάμε, επίσης, μια ασήμαντη λεπτομέρεια: η συμπλεγματική Ελλαδάρα μας σπεύδει να ξοδέψει από το υστέρημά της για διοργανώσεις τις οποίες δεν θέλει κανένας άλλος. Τρανό παράδειγμα το Παγκόσμιο Κύπελλο του στίβου. Πανηγυρίζουμε που «το πήραμε», ενώ η υποψηφιότητά μας ήταν η μοναδική.
Υπάρχει και τουρνουά μπάσκετ στην Πανεπιστημιάδα της Σμύρνης. Ντρέπομαι και να σας γράψω τη σύνθεση της Ελληνικής Ομάδας. Ανεμομαζώματα, διαβολοσκορπίσματα. Πρώτος σκόρερ, για να καταλάβετε, είναι ο Γκιουλέκας. Κανένας δεν ήθελε να παίξει μπάσκετ αυγουστιάτικα. Οπότε, μας πήρε το ποτάμι, μας πήρε ο ποταμός: στον Ομιλο των θέσεων 9-16 παίζει η Ελλάδα. Τι μου θύμισε, λέτε, αυτό; Την πρώτη μου δημοσιογραφική αποστολή στο εξωτερικό για τηλεοπτικές μεταδόσεις! Ηταν καλοκαίρι του 1989, όταν η ΕΡΤ έστειλε την αφεντιά μου στο Ντούισμπουργκ (μαζί με τον Γιάννη Μαμουζέλο), για να περιγράψουμε μια λειψή Πανεπιστημιάδα, την οποία οι Γερμανοί είχαν αναλάβει την τελευταία στιγμή, όταν δήλωσε χρεωκοπία το Σάο Πάουλο. Μόνο στίβο, κωπηλασία, ξιφασκία και μπάσκετ Ανδρών δέχθηκαν να διοργανώσουν οι όψιμοι ανάδοχοι των αγώνων. Οπως αντιλαμβάνεστε, εμένα με έστειλαν για το μπάσκετ.
Αλλά τι μπάσκετ; Οι φουκαράδες οι Γερμανοί νόμιζαν ότι θα στέλναμε την κανονική Εθνική μας Ομάδα (όπως είχαμε κάνει λίγο πολύ στην προηγούμενη Πανεπιστημιάδα, στο Ζάγκρεμπ) και φρόντισαν να βάλουν πρώτο πρώτο στο πρόγραμμα το ριπλέι του τελικού του Ευρωμπάσκετ εκείνης της χρονιάς: Ελλάδα - Γιουγκοσλαβία. Λογάριαζαν χωρίς τον ξενοδόχο. Η Επιτροπή του Πανεπιστημιακού Αθλητισμού (ΕΑΤΕ νομίζω την έλεγαν) της αμίμητης πατρίδας μας επέμενε να εκπροσωπήσουν την Ελλάδα στο Ντούισμπουργκ μόνο αθλητές που είχαν αγωνιστεί στο πανεπιστημιακό τουρνουά, λες και υπάρχει τέτοιο!
Κι έτσι παρατάξαμε μια ομάδα, η οποία είχε για «φίρμες» τον Ανδρέα Ζαφειρόπουλο και τον Κώστα Κρεμπούνη, με προπονητή τον Μιχάλη Κυρίτση. Μαζέψαμε 40άρες και 50άρες αρκετές για μια ζωή. Στο τέλος, κάναμε μια νίκη επί της Ιαπωνίας και αποφύγαμε τη 16η θέση. Και -άκουσον, άκουσον- την πανηγυρίσαμε με ανακούφιση.
Τουλάχιστον ευχαριστήθηκα τον τελικό, όπου οι ΗΠΑ νίκησαν τη Σοβιετική Ενωση. Και είδα για πρώτη φορά κατοπινούς αστέρες του ΝΒΑ, όπως ο Λάρι Τζόνσον, ο Στέισι Ογκμον, ο Ντέιλ Ντέιβις, ο Στίβεν Σμιθ (αλλά και οι «δικοί μας» Βίκτορ Αλεξάντερ, Τράβις Μέις, Ματ Μπούλαρντ). Αυτούς πήγαμε να τους κερδίσουμε με τον Ζαφειρόπουλο και με τον Κρεμπούνη! Ευτυχώς, η τύχη τους έριξε στον άλλον όμιλο και δεν χρειάστηκε να νιώσουμε τα νύχια τους.
Ακολουθήστε τον bwinΣΠΟΡ FM 94.6 στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι τα τελευταία νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.






