Στον Ολυμπιακό μετά την προπέρσινη σεζόν συνειδητά ή υποσυνείδητα συμπέραναν ότι υπάρχει έλλειψη αναπληρωματικών. Πέρυσι ο Ολυμπιακός πέρασε στο δόγμα «όλοι οι καλοί -και ενίοτε λιγότερο καλοί- χωράνε». Κάποια στιγμή οι παίκτες -ζωή να 'χουν- είχαν φτάσει τους 38. Φέτος οι Βάλλας, Βενετίδης, Μαυρογενίδης, Χοβνανισιάν, Κυριάκος και Σούρερ έφυγαν. Ο Λέμενς, ο Ντάνι και πιθανότατα ο Μπαμπαγκίντα θα φύγουν. Οι Παναγόπουλος, Φακίνος, Μενδρινός υπάρχουν λόγω του κανονισμού της ΟΥΕΦA, που επιβάλλει τρεις νέους Έλληνες παίκτες για τα ματς του Τσάμπιονς Λιγκ. Οπότε, οι πολλές μεταγραφές ήταν απαραίτητες. Αν υπάρχει ενδοιασμός, είναι στην ποιότητα των μεταγραφών. Δείχνει και το ύψος των φιλοδοξιών στον Ολυμπιακό που φτάνουν σε πιθανότητες πρόκρισης από τους ομίλους στο ΟΥΕΦA, στον ρόλο του αουτσάιντερ. Για περισσότερα ούτε λόγος. Εκτός αν είσαι γέννημα θρέμμα Χατζηκυριακιώτης και πιστεύεις ότι με τον αναπληρωματικό της Εσπανιόλ και με έναν παίκτη που έχει αλλάξει 11 ομάδες στα 28 του, όπως ισχύει για τον Ντομί και τον Σέζαρ, ο Ολυμπιακός μπορεί να φτάσει στους «8». Ένα όχι και τόσο -χρονικά- μακρινό επίτευγμα, αφού το είχε κάνει η ομάδα του 1999.
Στον Παναθηναϊκό υπάρχει μια επιστροφή στη real politik. Οσοι θυμούνται ότι ο Γιτζάκ Σουμ είχε απολυθεί, επειδή η ομάδα δεν έπαιζε ελκυστικό ποδόσφαιρο, από ευγένεια προς τη διοίκηση ας το ξεχάσουν. Σήμερα η φιλοσοφία της διοίκησης, όπως έχει μεταφερθεί στον Μπάκε, είναι «νίκη έστω και με μισό γκολ». Περιέργως οι μεταγραφές δεν ακολουθούσαν τη στρατηγική. Ο Μίκαελ Αντονσον είναι βέβαια στόπερ, αλλά ο Σεμπαστιάν Ρομέρο όχι. Ακόμα λιγότερο ο Σαβιόλα, που ο Παναθηναϊκός πράγματι προσπαθεί να αποκτήσει και θα είναι η μεγάλη μεταγραφή, τακτική (ένας καλός και «γεμίσματα») που σκέφτονται να ακολουθήσουν στον Παναθηναϊκό τα επόμενα χρόνια.
Αν ο Παναθηναϊκός έπειτα από νταμπλ έδιωξε τον Σουμ επειδή ο Παναθηναϊκός δεν έπαιζε ωραία μπάλα, στην ΑΕΚ έχουν μεγάλο θάρρος απολύοντας τον Σάντος, επειδή το ποδόσφαιρο της ομάδας ήταν βαρετό. Υστερα από 12 χρόνια χωρίς τίτλο χρειάζεται μεγάλη ψυχή για να το τολμήσεις. Το μεγάλο ρίσκο της ΑΕΚ, όμως, είναι να κατέβει στο φετινό πρωτάθλημα με θεωρητικά ισάξια ή υποδεέστερη ομάδα από την περσινή. Το να έφυγε ο Τσάνκο για να έρθει ο Τόζερ ή να αντικαταστήσει ο Παουτάσο τον Μάλμπασα δεν κάνει κακό. Αλλά το να υπολογισθεί ότι ο Λαγός μπορεί να υποκαταστήσει σε αγωνιστικό ειδικό βάρος τον Κατσουράνη, κάνει. Η διοίκηση της ΑΕΚ κινήθηκε, λες και το πρόβλημα της ομάδας ήταν όχι το υλικό, αλλά ο προπονητής. Το ποδόσφαιρο που θα παίξει προβλέπεται πιο ενδιαφέρον. Το ότι αντιμετωπίζει τον διαλυμένο ΠΑΟΚ στο πρώτο ματς στο ΟΑΚΑ θα ανεβάσει το ηθικό της κερκίδας. Το ότι οι φιλοδοξίες αυτής της ομάδας, όμως, μπορούν να φτάσουν σε τίτλο, είναι εξαιρετικά αμφίβολο...
Οποτε διαβάζω για κολυμβητές μεγάλων αποστάσεων, μου έρχεται στο μυαλό ο Ιάσων Ζηργάνος, αξιωματικός του πυροβολικού που το 1949 διέσχισε κολυμπώντας τη Μάγχη. Δέκα χρόνια αργότερα, πέθανε από ανακοπή, ενώ προσπαθούσε να διασχίσει το ιρλανδικό κανάλι.
Το μάτι μου τράβηξε περισσότερο το πρόσωπο του προπονητή. Οι Ινδοί και οι Πακιστανοί στις αναμνηστικές φωτογραφίες έχουν την τάση να ποζάρουν προσοχή και κλαρίνο για να ανταποδώσουν την τιμή. Δυστυχώς, το όνομα του προπονητή του 9χρονου Ινδού που διέσχισε κολυμπώντας τον Τορωναίο κόλπο δεν γραφόταν στη λεζάντα της φωτογραφίας, αλλά η πόζα ήταν κλασική. «Είμαστε υπόχρεοι για την πρόσκληση». Η τιμή είναι όλη δική μας. Ιδιαίτερα σε μια εποχή που τα υποτιθέμενα λαϊκά ινδάλματα, όπως ο Μαραντόνα και ο Ροναλντίνιο, για να έρθουν χρειάζονται σουίτα στη «Μεγάλη Βρετάννια» και για να πουν «ευχαριστώ», η αμοιβή πρέπει να είναι σε τριψήφια χιλιάρικα.
Το ομολογώ. Προτιμώ να παρακολουθώ τον Ροναλντίνιο να κάνει τακουνάκια για λογαριασμό της Nike παρά έναν 9χρονο Ινδό να κολυμπάει δέκα ώρες. Από την άλλη, στον αθλητισμό υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο entertainment value -που είναι το μέγεθος της προσφερόμενης διασκέδασης και αφορά τον θεατή- και το athletic achievement -που είναι μέγεθος του αθλητικού κατορθώματος. Για παράδειγμα, το μπιτς βόλεϊ μπορεί να χρειάζεται αντοχή και τεχνική, αλλά αν παιζόταν με τσαντόρ και όχι με μαγιό στρινγκ, δεν αμφιβάλλω ότι το κοινό του θα μειωνόταν δραματικά. Αντίθετα, η σκοποβολή μπορεί να χρειάζεται ατσάλινα νεύρα, αλλά η αξία της σε προσφερόμενη διασκέδαση είναι μικρότερη από το να παρακολουθείς αβγά να βράζουν.
Στην ελληνική γλώσσα υπάρχουν οι λέξεις «αθλοπαιδιές» και «αγωνίσματα» για να περιγράψουν τις δύο μορφές του αθλητισμού. Το πρώτο είναι για τα αθλητικά παιχνίδια και το δεύτερο για τους αγώνες, όπως κυρίως τους αντιλαμβάνονταν οι αρχαίοι ημών έτσι. Αντίστοιχα, υπάρχει διαφορά και στις λέξεις που περιγράφουν τη νίκη. Στα αγωνίσματα ο αθλητής νικάει, ενώ στα αθλητικά παιχνίδια κερδίζει. Με τον χρόνο οι δύο λέξεις έχασαν την αρχική τους έννοια, να δηλώνουν άθλημα ή παιχνίδι. Σήμερα το «νικάω» ή το «κερδίζω» μπορούν να μπουν στο ίδιο κείμενο για να μη βαριέται ο αναγνώστης. Ακόμα και στην ίδια πρόταση: «Επειτα από έναν συγκλονιστικό αγώνα ο Παναθηναϊκός κέρδισε...».
Οχι ότι με χαλάει. Η γλώσσα είναι ζωντανό πράγμα και όταν την πολυψειρίζεις, καταλήγεις στον ακαδημαϊσμό. Η φόρμα να είναι σημαντικότερη από το περιεχόμενο. Το βασικό πράγμα είναι να καταλαβαινόμαστε και από εκεί και πέρα, αν η γραμματική και η προέλευση της λέξης είναι αρχαία ελληνική ή τουρκική, έχει δευτερεύουσα σημασία.
Παράδειγμα. Δύο Πόντιοι φούσκωναν ένα στρώμα θαλάσσης στην παραλία. Στο τέλος τους είχαν περισσέψει μερικές τάπες. Ο ένας είπε «Ατσάπ, ατά, τα, τάπας, για, τ'ατό, εν;». Στα ποντιακά σημαίνει «άραγε αυτές οι τάπες γι' αυτό είναι;», αλλά και να μου λέγανε ότι πάει να πει «ASAP να πάμε για τάπας στο Ταόι μόνοι», το ίδιο θα πίστευα. Η γλώσσα αλλάζει συνεχώς. Για να πεις σήμερα «κουνιστός» πρέπει να έχεις περάσει τα 70 -το «λούγκρα» πιθανότατα θα σου είναι ακατάληπτο.
Η γνώση της γραπτής γλώσσας επιτρέπει πάντως κάποιες ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις. Οπως για παράδειγμα την ιδιαίτερη χρήση των επιθέτων στις μεταγραφές. Για παράδειγμα, στο θέμα της ηλικίας. Οταν ένας παίκτης έρχεται και είναι μικρός, ας πούμε κάτω από τα 25, η ηλικία αναφέρεται πριν από το όνομα ή τους ευφημισμούς που αφορούν τον παίκτη. «Ο 21χρονος άσος κατέπληξε με την απόδοσή του στο φιλικό εναντίον της Μπαντ Κρότσενφελντ», είναι μία δόκιμη πρόταση. Το να γράψεις, όμως, «ο 35χρονος άσος κατέπληξε...» θεωρείται faux pas για κάθε καινούργια μεταγραφή, ακόμα και για παλιότερους παίκτες. Αντίθετα, όταν ένας παίκτης φεύγει, το να τονίσει το ρεπορτάζ την ηλικία, π.χ. «έφυγε ο 34χρονος...», είναι μια χαρά για να ανεβαίνει το ηθικό των οπαδών, ότι επιτέλους γλιτώσαμε από τον κωλόγερα.
Αλλη μία ιδιοτυπία στη γραπτή δημοσιογραφία είναι ότι αν αναφερθείς επικριτικά σε κάποιον με τον τίτλο του, αλλά χωρίς το όνομά του, είναι πιο ελαφρύ από το να αναφερθείς με το όνομα χωρίς τον τίτλο. Το «ο πρόεδρος του Ολυμπιακού πρέπει να πάρει μεγάλους παίκτες...» είναι πιο ελαφρύ από το «ο Σωκράτης Κόκκαλης πρέπει να βάλει το χέρι στην τσέπη...». Το πιο ελαφρύ είναι το «η διοίκηση του Ολυμπιακού...», έστω και αν πρέπει να είναι κάποιος πολύ περίεργος για να σκέφτεται ότι ο Θεοδωρακάκης φταίει για τις μεταγραφές.
Υπάρχει, όμως, ένα χρυσός κανόνας στο γράψιμο. Οσο πιο μικρό είναι το όνομα αυτού που κριτικάρεις τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες να πλακωθείς μαζί του. Γιατί αν γράψεις «ο εγκληματίας Μπους», περνάει στον κόσμο σαν μαγκιά, αλλά στην πραγματικότητα είναι ακίνδυνο. Πεντακόσιες χιλιάδες δημοσιογράφοι γράφουν για τον Μπους κάθε μέρα, ο ένας τον γράφει «μεγαλοφυή», ο άλλος «ανόητο» αλλά και «κτηνοβάτη», ανάθεμα αν τον ενδιαφέρει. Γράψε όμως για έναν φούφουτο ότι έκανε λάθος και την επόμενη μέρα θα του μιλάς στο τηλέφωνο προτού πιεις την πρώτη γουλιά του καφέ.
Ο μεγάλος Hunter Thompson, δημοσιογράφος του «Rolling Stone Magazine», συγγραφέας του «Hell's Angels», του «Fear and Loathing in Las Vegas» και δημιουργός του «Gonzo Journalism» είχε πει ότι μπορεί να γράψει κάθε ρεπορτάζ μέσα από την μπανιέρα του. Οχι μόνο το έλεγε, αλλά στο περίπου το είχε κάνει. Απεσταλμένος του «Rolling Stone» για τον αγώνα του Αλι με τον Φόρμαν στο Ζαΐρ, είχε γίνει χώμα από το αλκοόλ και τη φούντα και αντί να πάει στο ρινγκ, πέρασε το βράδυ στην πισίνα του ξενοδοχείου του. Εγραψε τον αγώνα και βραβεύτηκε για την περιγραφή του.
Νιώθω, λοιπόν, κάπως καλύτερα που την προηγούμενη εβδομάδα έγραψα ότι στο «Faulty Towers» το γκαρσόνι είναι Πορτογάλος και ονομάζεται «Ραούλ». Εκτός του ότι ήταν Ισπανός από την Καταλωνία, πως η αγαπημένη του φράση ήταν «I am only from Barcelona» και ότι το όνομά του ήταν «Μιγκουέλ», ό,τι έγραψα ήταν ακριβές. Κατά τον Σουρή, που όταν είχε διαβάσει ότι η καραβίδα είναι ένα μικρό, κόκκινο ψαράκι που κολυμπάει ανάποδα είχε στείλει ένα γράμμα στον συντάκτη του άρθρου λέγοντας ότι «εκτός του δεν είναι μικρό, δεν είναι κόκκινο, δεν είναι ψαράκι και δεν κολυμπάει ανάποδα, η περιγραφή σας ήταν απόλυτα ακριβής».
Ακολουθήστε τον bwinΣΠΟΡ FM 94.6 στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι τα τελευταία νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.






