Παλαιότερες

Κάν’ το όπως ο Παναγιώτης (Sportday / Γιώργος Ζαχαριάδης)

Από τα πρώιμα νιάτα του ο Παναγιώτης πήρε τον ρόλο του παίκτη–προπονητή πολύ σοβαρά, εξελίσσοντας όσα του μετέφεραν από τον πάγκο. Ηταν σχεδόν υποχρεωμένος να τα κάνει όλα και να καθοδηγεί το σύνολο που υπηρετούσε και κυρίως την Εθνική, από την οποία κέρδιζε ξεχωριστές εμπειρίες, που -όπως φαίνεται- δεν άφησε ποτέ να περάσουν χωρίς να τις επεξεργαστεί.

Η μετάβασή του στην Αμερική ήταν ένας σημαντικός σταθμός στην καριέρα του και ίσως από τότε, από τις αρχές του '80, από τις μέρες της Βοστώνης (επιλέχθηκε στο Νο 207 του ντραφτ του ΝΒΑ το 1982 από τους Μπόστον Σέλτικς), να μπήκαν έστω και υποσυνείδητα οι πρώτες βάσεις για τον μετέπειτα τεχνικό ηγέτη της Εθνικής μας. Διαπιστώνοντας τις τεράστιες διαφορές στη φιλοσοφία του απόλυτου επαγγελματικού μπάσκετ, είχε κάθε λόγο να αφομοιώσει τις αρχές του αθλήματος και να τις συνδυάσει με τις προσωπικές φιλοδοξίες του. Αρχικά, δουλεύοντας με σκοπό να γίνει καλύτερος, αλλά κυρίως ωριμότερος στο παιχνίδι του. Στη συνέχεια, «μαγειρεύοντας» τη βαθιά γνώση του με την αφοσίωση στο μπάσκετ, που πηγάζει από τις ηθικές αξίες εντός των τεσσάρων γραμμών.

Ηταν πάντα ο άνθρωπος που πίστευε στη σκληρή δουλειά σε ατομικό επίπεδο και στην ομαδική προσπάθεια και αυτό φαίνεται ότι μετουσιώνεται στην εικόνα που εισπράττουμε, με τον ίδιο να επιλέγει σε κάθε παιχνίδι της Εθνικής διαφορετικό άσο από το μανίκι του, διαφορετικό παίκτη που θα παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο και θα αναδειχθεί με τη συνδρομή των υπολοίπων.

Τα πέτρινα χρόνια του Γιαννάκη στις φτωχογειτονιές της Κοκκινιάς, όπου -όσο μελό κι αν ακούγεται- απέκτησε τη φήμη του παθιασμένου ηγέτη, έγιναν οδηγός για να γευθεί τίτλους και διακρίσεις, συμμετέχοντας στις καλύτερες στιγμές της Εθνικής μας είτε ως παίκτης είτε ως προπονητής. Αλλωστε, το κάλεσμα στην Εθνική ήταν πάντα κόκκινος συναγερμός για τον Γιαννάκη, που δεν σκέφτηκε ποτέ να λείψει από οποιαδήποτε σημαντική στάση στη σύγχρονη ιστορία του αθλήματος.

Για όσους παρακολούθησαν από κοντά την πορεία του, ο Γιαννάκης δείχνει να διαμορφώνει την μπασκετική φυσιογνωμία του είτε ως παίκτης είτε -αργότερα- ως προπονητής, αφού προηγουμένως έχει δεχθεί έντονες επιρροές από προπονητές με έντονη προσωπικότητα. Ο Γιάννης Ιωαννίδης είναι τέτοιος άνθρωπος. Ο Κώστας Πολίτης, επίσης. Ο Ευθύμης Κιουμουρτζόγλου είναι κι αυτός προπονητής που έπαιξε ρόλο.

Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι στο πρόσωπο αυτού του ανθρώπου, που έχει συνδεθεί άρρηκτα με τις απόλυτες επιτυχίες του ελληνικού μπάσκετ και γίνεται σύμβολο για όσους αθλούνται με υψηλούς στόχους, υπήρχαν όλα τα απαραίτητα στοιχεία για να μας πείσει από νωρίς ότι διαθέτει την ωριμότητα να διαχειριστεί ικανούς παίκτες, ότι μπορεί να δημιουργήσει τις κατάλληλες προϋποθέσεις για να οδηγήσει την Εθνική όσο ψηλά δεν ήταν ποτέ (εκτός του '87 και του '89), περνώντας ταυτόχρονα μια νεωτεριστική φιλοσοφία για να τον αποδεχθούμε ως έναν από τους καλύτερους σε παγκόσμιο επίπεδο.

Μαθημένος να ζει με τίτλους, πήρε την πρώτη χαρά του όταν «έδεσε» με τον Νίκο Γκάλη (1984). Πολύ αργότερα, τον Φεβρουάριο του 2004, είχε πει: «Οταν πήγα στη Θεσσαλονίκη, αρχίσαμε να κάνουμε παρέα με τον Νίκο. Διαπιστώσαμε όμως ότι είμαστε διαφορετικοί άνθρωποι και χαρακτήρες και ότι δεν θα μπορούσαμε να γίνουμε κολλητοί. Είχαμε διαφορετικό τρόπο σκέψης, αλλά αυτό νομίζω ότι είναι φυσιολογικό. Ωστόσο, υπήρχε αλληλοσεβασμός. Το πιο σημαντικό για μένα ήταν αυτό που έβγαινε στο γήπεδο. Στους 180 σφυγμούς ο άνθρωπος δείχνει το 90% του χαρακτήρα του. Μπροστά στον στόχο που είχαμε να πετύχουμε -και αυτή η παρέα κέρδισε αρκετά πράγματα- ο Γιαννάκης άφησε τον εαυτό του μακριά από τους εγωισμούς. Γι' αυτό άλλωστε η φράση "η back door από τον Γιαννάκη στον Γκάλη" είχε και βαθύτερη έννοια». Και θα συμπληρώσουμε ότι υπάρχει βαθύτερο νόημα στα λόγια του, μια δεκαετία περίπου μετά το τέλος της συνεργασίας του με τον κορυφαίο Ελληνα μπασκετμπολίστα και ενώ εξακολουθεί να δουλεύει στους 180 σφυγμούς όταν βρίσκεται όρθιος μπροστά από τον πάγκο των πρωταθλητών.

Στην πρώτη περίοδο της συνεργασίας του με την Εθνική ομάδα, από το 1997 και για δύο χρόνια, κανείς δεν μπορεί να του επισυνάψει αποτυχία. Μόνον οι άσχετοι εξακολουθούν να μη θυμούνται την τέταρτη θέση στο Ευρωμπάσκετ του '97 και την ίδια θέση στο Μουντομπάσκετ της Αθήνας. Τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Η φιλοσοφία των παικτών του (πρώην συμπαικτών του) δεν θα μπορούσε να δεχθεί την πιεστική άμυνα στο ίδιο επίπεδο όπως παρουσιάζεται σήμερα. Η γενιά των Αλβέρτη, Οικονόμου, Σιγάλα, Κορωνιού δεν θα μπορούσε να κάνει στροφή 180 μοιρών, αν δεν είχε τις απαραίτητες βάσεις για να εφαρμόσει την επιθετική άμυνα των τελευταίων χρόνων. Η τακτική που εφαρμόζεται εδώ και δεκαετίες σε κολεγιακό επίπεδο και που αποθεώνεται από την Εθνική μας στηρίζεται στις ικανότητες των παικτών της, που παρουσιάζουν πλούσια αθλητικά προσόντα και προσήλωση στα αμυντικά καθήκοντά τους. Τόσο ο Γιαννάκης στην πορεία του με το Μαρούσι όσο κι ο άμεσος συνεργάτης του, ο Λευτέρης Κακιούσης στον Ηρακλή, τα τελευταία 3-4 χρόνια υιοθέτησαν την πραγματικά ασφυκτική άμυνα, εκμεταλλεύτηκαν όσες δυνάμεις είχαν να τους προσφέρουν είτε οι καλύτεροι παίκτες είτε οι υποδεέστεροι, που κάθονται για αρκετή ώρα στον πάγκο, για να «πνίξουν» τον αντίπαλο και να τον αναγκάσουν να κάνει περισσότερα λάθη. Μάλιστα, παίκτες που έκαναν καριέρα επειδή έμαθαν να βάζουν την μπάλα στο αντίπαλο καλάθι έχουν γίνει πλέον τα πιο αξιόπιστα «όπλα» για την άμυνα της Εθνικής (Χατζηβρέττας). Σε αυτούς προσθέστε μια φουρνιά από παίκτες που έχουν χορτάσει διακρίσεις με τις «μικρότερες» Εθνικές ομάδες, όπως οι Σπανούλης, Ζήσης, Φώτσης, Παπαδόπουλος, Κακιούζης. Οπως δηλαδή κι ο ίδιος ο Γιαννάκης, όταν με την Εθνική Παίδων έφτασε στη δεύτερη θέση (σπουδαία επιτυχία για την εποχή) στο Ευρωπαϊκό του 1975 με προπονητή τον Θόδωρο Ροδόπουλο, για τον οποίο ελάχιστοι γνωρίζουν ότι έχει συμβάλει κι αυτός με τον πακτωλό των γνώσεών του στη μεγάλη Εθνική.
Μόνον ο Διαμαντίδης δεν ανήκει στην ίδια συνομοταξία με τους παραπάνω και τώρα φαίνεται ότι δίνει απάντηση σε όσους τον είχαν παραμελήσει σε νεαρή ηλικία.

Η αλήθεια για την άμυνα «Γιαννάκη»

Ο Γιαννάκης βρήκε αυτό ακριβώς που θα έψαχνε ένας προπονητής που δεν ζει στην Αμερική, που δεν έχει τη δυνατότητα να επιλέξει ανάμεσα σε παίκτες με εντυπωσιακά (έως και αφύσικα) προσόντα και που δεν μπορεί να υπολογίζει σε αυτοματισμούς του αθλήματος, τους οποίους οι Αμερικανοί τους έχουν σαν «αλφάβητο» του μπάσκετ.

Η περιβόητη άμυνα «πρες» έχει τη βάση της σε κολεγιακές ομάδες. Ειδικότερα η άμυνα «ματς απ πρες», την οποία εφάρμοσε ο Ρικ Πιτίνο με το Κεντάκι (και που λανθασμένα ακούμε ότι ακολουθείται από την Εθνική μας), ήταν απλώς μια μετεξέλιξη. Προηγήθηκε το «ραν εν τζαμπ» στα μέσα του '60, που πήρε μεγαλύτερες διαστάσεις και επισημότητα το '70. Το Μπόστον Ουνιβέρσιτι αρχικά και το Πρόβιντενς στη συνέχεια άνοιξαν τον δρόμο. Εισάγουν νέα στοιχεία στην άμυνα, που έτσι κι αλλιώς ανέκαθεν προβλημάτιζε περισσότερο τους προπονητές. Ακολούθησε ένα στοιχείο που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην πρόοδο του αθλήματος και δεν είναι άλλο από το «νταμπλ τιμ», που «φορέθηκε» απ’ όλους, για να φτάσουμε στο «ματς απ πρες» του Κεντάκι και την κατάκτηση ενός τίτλου του NCAA το 1996.
Η Εθνική μας εφαρμόζει άμυνα «ραν εν τζαμπ», επιχειρώντας βέβαια να συνδυάσει κι άλλα στοιχεία. Προστίθενται εξειδικευμένες άμυνες και εμπλουτίζονται ανάλογα με τον αντίπαλο και τις ιδιάζουσες καταστάσεις που προβλέπεται να παρουσιαστούν.

Ακολουθήστε τον bwinΣΠΟΡ FM 94.6 στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι τα τελευταία νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.

close menu
x