Δέκα λεπτά πριν από το τέλος του ματς η ΑΕΚ βρέθηκε πιο κοντά από κάθε άλλη φορά στην πρόκριση στους «16» του Τσάμπιονς Λιγκ. Ο Τόζερ είχε εκτελέσει φάουλ από δεξιά, η μπάλα είχε κατέβει λίγο πιο έξω από τη μικρή περιοχή της Αντερλεχτ και ο Ντελίμπασιτς με τον Χετεμάι σηκώθηκαν να πάρουν την κεφαλιά. Η μπάλα μετά την κεφαλιά πήγε καρφωτή στα χέρια του Ζίτκα. Θα μπορούσε να είχε πάει δύο μέτρα αριστερά ή δεξιά και ο Τσέχος τερματοφύλακας, με τη δύναμη που είχε η κεφαλιά, δεν είχε περιθώριο να αντιδράσει. Το τι θα μπορούσε, όμως, να γίνει δεν είναι το σημαντικό. Το σημαντικό είναι ότι η κεφαλιά ανήκε εξ ημισείας στον Χετεμάι και τον Ντελίμπασιτς. Σε μια συγκινητική εμφάνιση ομάδας που δεν έχει νόημα, παρά μόνο αν τη διαιρέσεις διά του 11. Φυσικά, οι διακριθέντες της ΑΕΚ δεν ήταν και οι 11. Ανάμεσα στην απόδοση του Ζήκου και του Τσιρίλο, που ο πρώτος ήταν ένα υβρίδιο Σαμπανάτζοβιτς στην άμυνα και Τσιάρτα στην επίθεση και ο δεύτερος αλάνι της δεκαετίας του ‘50, και του Παουτάσο και του Παπασταθόπουλου, που ήταν ο ασθενής κρίκος στη δεξιά πλευρά της αμυντικής αλυσίδας της ΑΕΚ, η διαφορά ήταν χαώδης. Μεγαλύτερη ακόμα ήταν η διαφορά ανάμεσα στον Κυριακίδη –που σε μια στιγμή πανικού δεν μπορεί να αποφασίσει τι θέλει να κάνει με την μπάλα, με αποτέλεσμα να γκελάρει μπροστά του και οι Βέλγοι να πετύχουν το πρώτο τέρμα– και τον Λάκη, που σκόραρε με καρφωτή κεφαλιά, στη μοναδική φάση της ΑΕΚ που δεν είχε δημιουργήσει ο ίδιος. Το καθοριστικό, όμως, στοιχείο ήταν ότι διακριθέντες και υστερήσαντες έμοιαζαν να ενδιαφέρονται λιγότερο για την ατομική απόδοσή τους και περισσότερο για τη νίκη της ομάδας τους. Είναι αυτό που δεκάδες φορές ακούμε στις συνεντεύξεις Τύπου μετά τα ματς: «Δεν με νοιάζει τι έκανα, αλλά το αποτέλεσμα». Ισάριθμες φορές χαμογελάμε, ξέροντας ότι δεν είναι παρά μία politically correct ποδοσφαιρική φράση. Υστερα από αυτό το ματς κανένας παίκτης της ΑΕΚ δεν είχε την ανάγκη να το πει, μια και το προφανές δεν τονίζεται. Και το προφανές ήταν ότι είτε έχανε με 5-0 είτε νικούσε με το ίδιο σκορ είτε προκρινόταν είτε αποκλειόταν, όπως και έγινε, οι παίκτες είχαν παίξει τιμώντας την ιστορία της ομάδας τους και τη δική τους. Οι οπαδοί το αντιλήφθηκαν. Επειτα από ένα 24ωρο, που οι οπαδοί του Ολυμπιακού γιουχάιζαν ο ένας τον άλλον και ο Γκονζάλες έκανε μαλλιοκούβαρα την Παιανία πουλώντας αρχηγιλίκι, η εμφάνιση των παικτών της ΑΕΚ και το χειροκρότημα των οπαδών της ήταν η κάθαρση μιας τραγωδίας.
«Τώρα τι δήλωση θέλετε να σας κάνω;». Ο Σάββας έφευγε από το γήπεδο με το ύφος του ανθρώπου που ξέρει ότι πίσω του αφήνει ερείπια. Πίσω στο Καραϊσκάκη οι οργανωμένοι έβριζαν τους παίκτες, οι ανοργάνωτοι τους οργανωμένους, όλοι μαζί τον Σόλιντ, οι Ελληνες τους ξένους και ο Σωκράτης Κόκκαλης προσπαθούσε να θυμηθεί τι είχε ακούσει το απόγευμα στην ανάλυση τακτικής του Νορβηγού. «Οταν ο Πάντος βγαίνει στην επίθεση, τη θέση του καλύπτει ο Στολτίδης ή ο Μάριτς;». Ο πρόεδρος, που είχε παρακολουθήσει ολόκληρη την ανάλυση της τακτικής του Σόλιντ πριν από τον αγώνα με τη Σαχτάρ, δεν μπορούσε να θυμηθεί αν υπήρχαν και οδηγίες για τους προέδρους. Θυμόταν όμως ότι είχε προειδοποιήσει τους παίκτες ότι χάσουν-κερδίσουν, αυτός θα έδινε το «παρών» στην προπόνηση της Τετάρτης. Ακολούθησε την απλούστερη λύση. Ματαίωσε την προπόνηση.
Ο Σάββας δεν είχε καμία προπόνηση για να ματαιώσει και να ξεχαστεί. Πήρε τηλέφωνο το παιδί. Τον πραγματικό του γιο. «Γεια σου, Κώστα». «Γεια σου, Σάββα». Το παιδί είχε πει από νωρίς τα «χρόνια πολλά». Μια σιωπή απλώθηκε στη γραμμή. Η σιωπή δύο -περισσότερο από συγγενών- φίλων, που στα χρόνια που έζησαν μαζί, γνώρισαν τα πάντα. Από τον θρίαμβο επί του Αγιαξ μέχρι το αβάσταχτο βάρος της Φερεντσβάρος. Η σιωπή συνέχισε να βασιλεύει. Για τι να μιλήσουν; Για τον Τζόρτζεβιτς, τον Μάριτς, τον Καστίγιο; Να θάψουν τον Λούβαρη; Πού τέτοιο κέφι. Ξεπέρασαν γρήγορα τον πειρασμό να αναλύσουν το νέο βιβλίο του Κώστα Μπαρμπή «Ο Μέγας Αλέξανδρος σαν μέγιστος φωτοδότης του Ελληνισμού και η ήττα του βάζελου Ξέρξη στα Susa 13» και συμφώνησαν ότι ο καιρός δεν είναι για ακρότητες. Στο φινάλε, τι μπορείς να κάνεις στο μέσον της χρονιάς; Να βρεις παίκτες; Και να βρεις, είτε τίποτα προβληματικοί θα είναι, που τους ξεφορτώθηκε η πρώην ομάδα τους για να τους φορτωθείς εσύ, είτε τίποτα Λατινοαμερικάνοι που στη σεζόν παίζουν τρία καλά ματς και μετά πρέπει να τους στείλεις στα ΚΤΕΟ. Συμφώνησαν να κρατήσουν την ψυχραιμία τους, κλότσησαν από μία γάτα έκαστος και σκέφτηκαν ότι τα πάντα διορθώνονται. Επόμενο ματς με το Αιγάλεω, που ο Κοκαλιάρης δεν χτυπάει τα εκτός έδρας ματς, μεθεπόμενο με τον Ιωνικό που συγκριτικά με τη σχέση που έχουν οι δικοί του ξένοι και Ελληνες παίκτες, τα παιδιά του Ολυμπιακού είναι μια χαρούμενη οικογένεια. Δύο «διπλά» και όλα τα προβλήματα ξεχνιούνται. Γιατί τι είναι η ζωή; Εννέα μπουκιές και μετά φεύγεις από τον μάταιο τούτο κόσμο, αφήνοντας αναμνήσεις να τις παίρνει ο άνεμος σαν χαρτοπετσέτα του τοστ. Η φιλοσοφημένη αυτή σκέψη ήταν στο μυαλό του Κούλη Δουρέκα.
Ο πιστός «ερυθρόλευκος» αρτοσυγκολλητής προσπαθούσε να μεταφράσει τα λόγια τού μάλλον πηγμένου Νορβηγού τεχνικού Τροντ Σόλιντ. «Ξέρω τι φταίει και τι πρέπει να διορθωθεί, αλλά θα το πω μόνο στον πρόεδρο», έλεγε ο έγκριτος τεχνικός. Δεν μιλούσε το ποτήρι, η φράση λεγόταν για δεύτερη φορά και δεν μπορούσες παρά να την πάρεις σοβαρά. «Τι στο διάολο μπορεί να θέλει να του πει;», σκέφτηκε ο Κούλης. «Μπορεί τώρα να νομίζει ότι του φταίει ο Ταραλίδης. Στο κάτω κάτω, τι είναι το μυαλό του ανθρώπου; Ενα τοστ σε σακούλα. Νομίζεις ότι είναι γεμάτο, το σηκώνεις και κρατάς δύο φέτες ψωμί, με όλο το περιεχόμενο να έχει πέσει στο σακούλι». «Στο κάτω κάτω όλα είναι μάταια και μέχρι να πεις το τελευταίο μεγάλο μαμ, η ζωή συνεχίζεται», ολοκλήρωσε τη σκέψη του ο Κούλης και συνέχισε να μεταφράζει τα λόγια του Σόλιντ.
Ο θετός γιος μόλις είχε επιστρέψει από το ταξίδι του στο Βουκουρέστι. Επίσημα η ατζέντα του ταξιδιού ήταν κάτι σαν «Ενημέρωση στελεχών της ΟΥΕΦA για αγώνες μέσης επικινδυνότητας σε γήπεδα που δεν υπερβαίνουν τη χωρητικότητα των 12.400 θεατών». Ανεπίσημα στο Βουκουρέστι είχαν μαζευτεί οι έξι υποψήφιοι της εκτελεστικής επιτροπής της ΟΥΕΦA, επίλεκτοι ρουφιάνοι του Μπλάτερ και του Πλατινί, με αντικείμενο την αμοιβαία εξόντωση με υπονοούμενα. «Εάν ο Γάλλος θέλει να αντικαταστήσει τον Γερμανό, η θέση του στα προβλήματα της CONCACAF δεν μπορεί να είναι διαφορετική από την αντίστοιχη στα προβλήματα της CONMEBOL». «Πιέρ, δεν καταλαβαίνω πώς μπορείς να γίνεσαι τόσο ωμός». Ο πρίγκιπας οδηγούσε προς το Καραϊσκάκη βαριεστημένος από το μίτινγκ του Βουκουρεστίου, σχεδόν αναπολώντας πιο απλές εποχές, όταν ο Κοκαλιάρης στην Αλεξανδρούπολη σαν πλανόδιος πλασιέ κυκλοφορούσε με μια βαλίτσα στο χέρι, φωνάζοντας στους βλαχοπροέδρους: «Μέσα έχει 300 εκατομμύρια δραχμές. Αλλα δεν θα έχει. Οποιος πρόλαβε, πρόλαβε». Ομορφες ρομαντικές εποχές, που αν ήξερε ότι έχουν συμβεί, ο Βασίλης Γκαγκάτσης σοκαρισμένος μπορεί να παραιτούνταν από την ΕΠΟ. Ο πρίγκιπας πατούσε το πόδι στο γκάζι απρόθυμα. Καταλάβαινε τις κουβέντες με το που έφτανε στο Καραϊσκάκη. «Πώς θα σφυρίξει ο Μπένετ; Θα δείξει βούλα έτσι και τα πράγματα στραβώσουν;». «Πάει, γουρούνι με κάνανε και τον Μπένετ Ηλιάδη», σκέφτηκε ο πρίγκιπας μπαίνοντας στο «Red». «Θόδωρε, θέλω να σε ρωτήσω κάτι για τον διαιτητή». Ο πρώτος που τον είχε πλησιάσει ήταν ο κύριος που ο περισσότερος κόσμος θεωρεί μπαμπά του. «Τα είπαμε με τον διαιτητή, ρε Σάββα». Το τηλέφωνο του Σάββα χτύπησε. «Δεν ξέρω αν είδες τον Θόδωρο. Ρώτησέ τον τι θα κάνει αυτός ο Μπένετ». Ο πραγματικός γιος έπαιρνε για 20ή φορά. Σαν να είχε προαίσθημα για την καταστροφή, από την οποία κανένας δεν μπορούσε να σώσει τον Ολυμπιακό. Μάλλον, σχεδόν κανένας.
«Figlio di puta;». «Γιατί κάνεις βούτα;». Ο Βαγγελάκης ο Μάντζιος δεν μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς του είχε πει ο Εκι Γκονζάλες, αλλά για καλό δεν ήταν. Και αν υπήρχε κάποια αμφιβολία, αυτή ξεκαθάρισε όταν ο Εκι έσκυψε το κεφάλι όχι για να φιλήσει τον Μάντζιο, αλλά για να του χώσει κουτουλιά. Ο Βαγγελάκης πέταξε ένα γρήγορο αριστερό χαστούκι. Οι συμπαίκτες τους κοιτούσαν σχεδόν βαριεστημένοι. Πριν από τον Βαγγελάκη ο Εκι είχε αρπαχτεί με τον Δάρλα, επειδή είχε κάνει fair play στο ματς με τον Ιωνικό. Ο Δάρλας το είχε πασάρει. Οπως το είχε πασάρει και ο Γκέκας. Οπως δεν το είχε πασάρει ο Παπαδόπουλος, όταν ο Γκονζάλες τον είχε κοπανήσει στα αποδυτήρια. Ο Γκονζάλες είχε επιστρέψει στις προπονήσεις, ο Γκονζάλες για μια ακόμα φορά ήθελε να δείξει ποιος είναι αρχηγός και ο Γκονζάλες είχε κάποιον πιτσιρικά να κάνει παιχνίδι. Το επεισόδιο τελείωσε όταν στη μέση μπήκε ο Εμπέντε, που είπε στον Γκονζάλες: «Δεν ντρέπεσαι; Τι κάνεις;». Ο Γκονζάλες μπορεί να ντρεπόταν ή να μην ντρεπόταν, μπορεί να ήξερε ή να μην ήξερε τι κάνει, το μόνο σίγουρο όμως ήταν ότι ήξερε ότι αν πλακωθεί με τον Εμπέντε, μπορούσε να μεταβληθεί σε δευτερόλεπτα από Αργεντινός άσος σε σωληνάριο με πάστα αντσούγια. Σταμάτησε το επεισόδιο.
Η σιωπή βασίλευε στο 21ο τηλέφωνο του Σάββα με τον πραγματικό του γιο. «Ποιος θα σώσει τον Ολυμπιακό;» μονολόγησε ο Σάββας. «Ποιος;», απάντησε σαν την ηχώ ο γιος. Ο σωτήρας του Ολυμπιακού εκείνη τη στιγμή, μονολογώντας στα ισπανικά, έμπαινε στα αποδυτήρια της Παιανίας.
Ακολουθήστε τον bwinΣΠΟΡ FM 94.6 στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι τα τελευταία νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.






