Η βιογραφία του Ντένις Ρόντμαν είχε τίτλο «Όσο κακός θέλω». Αυτή του Μάικλ Τζόρνταν, βάσει των όσων είδαμε στο έβδομο και όγδοο μέρος του Last Dance, θα μπορούσε κάλλιστα να λέγεται «Όσο κακός χρειαζόταν για να νικήσω».

Μετά τον εθισμό στον τζόγο, που παρουσιάστηκε διόλου επιδερμικά στα προηγούμενα «τεύχη», οι δημιουργοί του ντοκιμαντέρ αποφεύγοντας ξανά τις «αγιογραφίες» αυτή τη φορά εστίασαν ακόμη περισσότερο στις τεταμένες σχέσεις με τους συμπαίκτες του. Ο Air αποδεικνύεται ωμά πως δεν ήταν μόνο ζόρικος για τους αντιπάλους, αλλά ίσως ακόμη περισσότερο για τους συνοδοιπόρους του, που τον… υπέμεναν καθημερινά.

Όχι όμως επειδή ήταν παράξενος χαρακτήρας, αλλά γιατί απαιτούσε από αυτούς να τον ακολουθήσουν γρατζουνώντας τα όριά τους καθημερινά σε επίπεδο δουλειάς, προσπάθειας και ανταπόκρισης στην πίεση. Δεν προσδοκούσε από κανέναν Μπούσλερ, Μπαρέλ ή Γουένινγκτον να αποδώσουν σαν εκείνον, αλλά απαιτούσε να γίνουν όσο καλύτεροι, πιο αφοσιωμένοι και αποφασιστικοί γίνεται. Τ ο 100% και τίποτα λιγότερο, μόνο περισσότερο!

Ο Τζόρνταν έβλεπε τις προπονήσεις όχι ως καθημερινή ρουτίνα και ευκαιρία για χαβαλέ μέχρι το επόμενο ματς, αλλά ως εξομοιωτή μιας μάχης. Αν δεν ματώσεις, αν δεν πονέσεις, αν δεν σε βρίσουν στην προπόνηση, τότε στο Ντιτρόιτ, στη Νέα Υόρκη και στις άλλες σκληρές έδρες θα φανείς πλήρως απροετοίμαστος στο πρώτο χτύπημα, θα «μασήσεις», θα λυγίσεις και στο τέλος θα σπάσεις. Αυτή ήταν η νοοτροπία που είχε και ήθελε να μεταδώσει, έστω και με άκομψο συχνά τρόπο, σε όλους στην ομάδα του.

Ο Τζόρνταν ήθελε δίπλα του πολεμιστές στους οποίους μπορούσε να βασιστεί πηγαίνοντας στη μάχη κι όχι απλά συμπληρώματα πεντάδας που ο ίδιος θα έσερνε ως την κορυφή. Γι’ αυτό κι εκτίμησε τον Στιβ Κερ όταν όρθωσε ανάστημα μετά από τόσα καψώνια και ήρθαν στα χέρια στην προπόνηση, ενώ αντίθετα δεν υπολόγισε ποτέ ως πραγματικό στήριγμα τον ταλαντούχο αλλά… άνιωθο Μπαρέλ.

«That’s how I play the game. That was my mentality. If you don’t want to play that way, don’t play that way», είπε on camera ο Τζόρνταν με σπασμένη φωνή και υγρά μάτια προτού ζητήσει break.




Η φόρτιση δεν ήταν αδικαιολόγητη… Οι απαιτήσεις από τους συμπαίκτες του δεν ήταν χωρίς τίμημα για τον ίδιο. Γνώριζε πως η αυταρχικότητά του θα του στερούσε φίλους, αλλά πολύ περισσότερο από τον τίτλο του… Mr Congeniality, τον ενδιέφερε να κερδίζει. Με κάθε κόστος. Ακόμη κι αν αυτό απαιτούσε να γίνει κακός, ενίοτε μισητός και να προκαλεί τον φόβο στον περίγυρό του. Άλλωστε η κληρονομιά του είναι ο θαυμασμός που έχει κερδίσει ως ίσως ο κορυφαίος sportsman όλων των εποχών, όχι οι φίλοι που έκανε στην διαδρομή. Αυτά τα δύο δεν μπορούσαν να συμβαδίσουν. Και στο τέλος της ημέρας τον Τζόρνταν τον ένοιαζε να έχει περισσότερα δαχτυλίδια από αληθινούς φίλους στο χώρο.

Ακόμη όμως κι όσοι τον μισούσαν ή τον έτρεμαν για την συμπεριφορά του, στο τέλος, τον παραδέχονταν. Όχι μόνο εκ του αποτελέσματος και αντιλαμβανόμενοι στην πορεία ότι δίχως εκείνον σε ρόλο στρατηγού δεν θα είχαν ούτε τα μισά παράσημα ή συμβόλαια από όσα πήραν στην καριέρα τους, αλλά κι επειδή η ίδια η στάση του, πριν καν έρθουν οι διακρίσεις της ομάδας, τους «σκλάβωνε».

Σε αντίθεση με πολλούς ηγέτες (εντός ή εκτός εισαγωγικών), σε κάθε χώρο κι όχι μόνο στον αθλητικό, που αρκούνται σε εντολές, οδηγίες κι απαιτήσεις προς τους «υφισταμένους» τους, δίχως οι ίδιοι να κουνούν τίποτε πέρα από το δάχτυλό τους, ο Τζόρνταν ήταν ο πρώτος που έπεφτε στη φωτιά για τους υπολοίπους. Έκανε αυτό που οι Αμερικανοί αποκαλούν leading by example, δηλαδή έδινε το παράδειγμα.

«You ask all my teammates, the one thing about Michael Jordan was he never asked me to do something that he didn’t fucking do», όπως είπε και ο ίδιος στο Last Dance. Κι όταν βλέπεις τον ηγέτη σου να σκίζεται, να παθιάζεται, να βάζει το κορμί του στις φλόγες για την ομάδα σου, μόνο απαθής δεν μπορείς να μείνεις.

Ο Άρμστρονγκ, ο Κάρτραϊτ, ο Γκραντ και οι λοιποί μπορεί να αγαπούσαν περισσότερο τον πιο συγκαταβατικό Πίπεν. Εκείνον που δεν τους έψελνε, αλλά τους έπαιρνε αγκαλιά για να τους εξηγήσει τα λάθη τους. Όμως σε αντίθεση με τον «Ινδιάνο», που ανέβαλε καλοκαιρινή επέμβαση λόγω παραπόνων για το συμβόλαιό του ή απείχε από τελευταία επίθεση σειράς playoffs επειδή ο Φιλ Τζάκσον σχεδίασε ένα play για τον Τόνι Κούκοτς και όχι για τον ίδιο, ο Τζόρνταν δεν τους πρόδωσε ποτέ στη γραμμή της μάχης. Το περίφημο Flu Game, ο πέμπτος τελικός του 1997 όπου ημιλιπόθυμος από ίωση είχε 38 πόντους, 7 ριμπάουντ, 5 ασίστ, 3 κλεψίματα και 1 τάπα οδηγώντας τους Μπουλς στο 3-2 επί των Τζαζ, ήταν ίσως η μεγαλύτερη από τις πολλές αποδείξεις.

Εσείς με ποιον ηγέτη θα πηγαίνατε στον «πόλεμο»; Μάλλον ρητορικό το ερώτημα…