Δύο χρόνια τώρα, το ελληνικό ποδόσφαιρο ζει σε μια περίπου παράλληλη πραγματικότητα που χτίστηκε μεθοδικά από παράγοντες, πολιτικούς και κάθε λογής «αρμόδιους». Μια πραγματικότητα όπου οι τελικοί Κυπέλλου Ελλάδας στο ποδόσφαιρο παρουσιάζονται ως υποδειγματικοί, ασφαλείς, ευρωπαϊκού επιπέδου, σχεδόν… επαναστατικοί. Μας εξηγούν με ύφος αυθεντίας ότι «δεν άνοιξε ρουθούνι», ότι «η Ελλάδα αλλάζει», ότι «βρήκαμε επιτέλους το μοντέλο». Λες και δεν βλέπουμε τι πραγματικά συμβαίνει. Λες και δεν καταλαβαίνουμε ότι απλώς έκατσε δύο συνεχόμενες χρονιές να μην υπάρχει ντέρμπι στον τελικό. Λες και μπορούν να μας πείσουν ότι αυτό είναι αποτέλεσμα σχεδιασμού και όχι συγκυρίας. Υποτιμούν τη νοημοσύνη μας με τρόπο σχεδόν προκλητικό.
Γιατί οι τελικοί που παρουσιάζονται ως «τέλειοι» -και είναι, πράγματι, μια όμορφη γιορτή- είναι τελικοί χαμηλής επικινδυνότητας: Πέρυσι Ολυμπιακός-ΟΦΗ, φέτος ΠΑΟΚ-ΟΦΗ. Αγώνες που, με όλο τον σεβασμό, δεν έχουν ούτε το ιστορικό φορτίο ούτε την οπαδική ένταση που θα δοκίμαζε πραγματικά τις αντοχές ενός συστήματος ασφαλείας. Είναι εύκολο να πανηγυρίζεις όταν δεν υπάρχει ρίσκο. Είναι εύκολο να μιλάς για «ευρωπαϊκό επίπεδο» όταν δεν χρειάζεται να διαχειριστείς τίποτα δύσκολο.
Η ίδια η πραγματικότητα, λοιπόν, έρχεται να τους ξεγυμνώσει με τον πιο απλό και αμείλικτο τρόπο: Ο τελικός Κυπέλλου Κ19 ανάμεσα σε ΠΑΟΚ και Άρη δεν μπήκε καν σε συζήτηση να διεξαχθεί με κόσμο και από τις δύο πλευρές. Αστυνομία και φορείς δεν μπαίνουν ούτε για δευτερόλεπτο στη διαδικασία να συζητήσουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ειδικά μετά από όσα έχουν προηγηθεί τα τελευταία χρόνια ανάμεσα στους οπαδούς των δύο συλλόγων. Δεν εξετάζουν σενάρια, δεν αναζητούν λύσεις, δεν επιχειρούν να χτίσουν ένα ασφαλές πλαίσιο. Πηγαίνουν κατευθείαν στο αυτονόητο για όλους τους εμπλεκόμενους: Κεκλεισμένων, στο Αγρίνιο, μόνο με προσκλήσεις, ώστε να μην υπάρξει ούτε θεωρητική πιθανότητα συνάντησης οπαδών.
Και αυτό από μόνο του λέει τα πάντα. Δεν μιλάμε για τελικό ανδρών, δεν μιλάμε για χιλιάδες οπαδούς. Μιλάμε για αγώνα νέων, για παιδιά 18-19 ετών. Και όμως, το σύστημα ασφαλείας της χώρας θεωρεί ότι ακόμη και αυτό το επίπεδο είναι «απαγορευτικό» για να υπάρξει κοινή παρουσία φιλάθλων. Η εικόνα αυτή είναι, χωρίς υπερβολή, ακόμη πιο ντροπιαστική από τους τελικούς των μεγάλων που γίνονται «με συγγενείς και φίλους» -όπου, παρεμπιπτόντως, ακόμη και εκεί έχουμε δει να πλακώνονται μεταξύ τους. Όταν δεν μπορείς να διαχειριστείς ούτε έναν τελικό εφήβων, πώς ακριβώς περιμένεις να σε πάρει κανείς στα σοβαρά όταν μιλάς για «νέο μοντέλο ασφάλειας» και «ευρωπαϊκό επίπεδο»;
Αρκεί, άλλωστε, να σκεφτεί κανείς κάτι πολύ απλό: Ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης είχε παραδεχτεί πριν από λίγες ημέρες ότι υπήρχε πραγματική αγωνία και άγχος για το ενδεχόμενο κοινής συνύπαρξης οπαδών Παναθηναϊκού και Ολυμπιακού στο ΟΑΚΑ, αν τελικά οι δύο ομάδες έφταναν μαζί στο Final 4. Δεν το είπε κάποιος… κακόβουλος. Δεν το έγραψε κάποιος «υπερβολικός». Το είπε ο άνθρωπος που έχει την ευθύνη της δημόσιας τάξης! Και μόνο αυτή η παραδοχή αρκεί για να καταλάβει κανείς πόσο εύθραυστο είναι το περιβάλλον, πόσο χαμηλή είναι η εμπιστοσύνη του ίδιου του κράτους στις δυνατότητές του και πόσο μακριά είμαστε από το να μιλάμε σοβαρά για «ευρωπαϊκό επίπεδο» και «νέο μοντέλο ασφάλειας».
Ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη και οι συνεργάτες του σίγουρα δεν στεναχωρήθηκαν με τον αποκλεισμό του Παναθηναϊκού. Το αντίθετο: Τους έβγαλε από έναν εφιάλτη που έβλεπαν να πλησιάζει! Γιατί, όσο και αν δεν το παραδέχονται δημόσια, η προοπτική να βρεθούν στο ίδιο γήπεδο οι οπαδοί Παναθηναϊκού και Ολυμπιακού, ήταν ένα σενάριο που κανείς δεν ήθελε να διαχειριστεί. Σε ένα πρώτο επιχειρησιακό σχέδιο που είχε διαρρεύσει, η αστυνομία σκεφτόταν ακόμη και νέο μοίρασμα εισιτηρίων, με μετακινήσεις θέσεων για να μην κάθονται κοντά οι οπαδοί των δύο ελληνικών ομάδων. Και αυτό θα ήταν το μικρότερο πρόβλημα. Γιατί το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο: Πώς θα πήγαινε και θα έφευγε από το ΟΑΚΑ όλος αυτός ο κόσμος χωρίς οι γύρω περιοχές να γίνουν πεδίο μάχης; Η απάντηση είναι απλή: Δεν θα γινόταν!
Αν θέλουμε πραγματικά να μιλήσουμε για πρόοδο, πρέπει πρώτα να παραδεχτούμε την αλήθεια: Δεν έχουμε λύσει τίποτα. Απλώς αποφεύγουμε τα δύσκολα. Και όσο τα αποφεύγουμε, τόσο θα διοργανώνουμε τελικούς με προσκλήσεις, θα κρύβουμε τα προβλήματα κάτω από το χαλί και θα πανηγυρίζουμε για επιτυχίες που δεν είναι πραγματικές. Ο ελληνικός αθλητισμός δεν χρειάζεται άλλους «τέλειους» τελικούς χαμηλής επικινδυνότητας. Χρειάζεται τελικούς που να μπορούν να σταθούν στα πόδια τους. Με κόσμο. Με οπαδούς. Με πραγματικές συνθήκες. Χωρίς κάφρους! Με πραγματική ευθύνη. Μέχρι τότε, ας σταματήσουμε τουλάχιστον να κοροϊδεύουμε τον κόσμο -και κυρίως τον εαυτό μας.