Υπάρχει κάτι που κουράζει και εξοργίζει περισσότερο και από τις ίδιες τις διαιτητικές αποφάσεις στο ελληνικό ποδόσφαιρο: Η ατελείωτη συζήτηση που ακολουθεί, με τον καθένα να βλέπει τις φάσεις μέσα από τα οπαδικά του γυαλιά, να υπερασπίζεται ό,τι τον βολεύει και να καταδικάζει ό,τι τον ενοχλεί. Το ΠΑΟΚ-Ηρακλής της Κυριακής στην Τούμπα προσέφερε ξανά άφθονο υλικό για αυτήν τη συζήτηση, αλλά και μια αφορμή για να σταθούμε σε κάτι που δεν αφορά αποκλειστικά καμία από τις δύο ομάδες: Στο πώς η διαιτησία και η χρήση του VAR μπορούν να καταλήξουν να επισκιάζουν το ίδιο το ποδόσφαιρο.

Δεν χρειάζεται να συμφωνεί κανείς με κάθε απόφαση του Φωτιά για να αντιληφθεί ότι όσα συνέβησαν στην αναμέτρηση ήταν εντυπωσιακά ακόμη και για τα δεδομένα του ελληνικού πρωταθλήματος. Οι έλεγχοι διήρκεσαν τόσο πολύ, ώστε σε μια φάση χρειάστηκαν έξι με επτά λεπτά για να υπάρξει απόφαση, ενώ αν υπολογίσει κανείς συνολικά τον χρόνο που χάθηκε για τις επίμαχες περιπτώσεις, το ένα τέταρτο του αγώνα μπορεί να πέρασε με τους ποδοσφαιριστές να περιμένουν και τους θεατές να προσπαθούν να καταλάβουν τι ακριβώς συμβαίνει.

Ασφαλώς, δεν μπορεί να αγνοήσει κανείς ότι η διαιτησία είναι μέρος του παιχνιδιού. Οι διαιτητές καλούνται να πάρουν δύσκολες αποφάσεις σε πραγματικό χρόνο, συχνά μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου, υπό τεράστια πίεση και με τη βοήθεια του VAR όταν αυτό κρίνεται απαραίτητο. Η τεχνολογία δημιουργήθηκε για να διορθώνει σοβαρά και ξεκάθαρα λάθη, να προσφέρει μεγαλύτερη δικαιοσύνη και να περιορίζει τις περιπτώσεις στις οποίες μια λανθασμένη απόφαση μπορεί να καθορίσει την έκβαση μιας αναμέτρησης. Δεν δημιουργήθηκε, όμως, για να μετατρέπει κάθε αμφισβητούμενη φάση σε μια διαδικασία που μοιάζει να μην έχει τέλος.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν πρέπει να υπάρχει VAR ή αν οι διαιτητές οφείλουν να ελέγχουν τις κρίσιμες στιγμές ενός αγώνα. Το ερώτημα είναι πόσος χρόνος θεωρείται λογικός για να καταλήξει ένας διαιτητής σε μια απόφαση και κατά πόσο η διαδικασία εξυπηρετεί τελικά τον σκοπό για τον οποίο εφαρμόζεται. Όταν μια φάση εξετάζεται επί έξι ή επτά λεπτά, η καθυστέρηση παύει να είναι μια απλή λεπτομέρεια. Γίνεται κομμάτι της ίδιας της αναμέτρησης, επηρεάζει τον ρυθμό, κρατά τους ποδοσφαιριστές σε αναμονή και μεταφέρει το ενδιαφέρον από το γήπεδο στην οθόνη του VAR.

Κάπου εδώ χρειάζεται και μια βασική διευκρίνιση: Δεν είναι όλες οι φάσεις ίδιες και δεν μπορεί να υπάρχει ένα απόλυτο χρονικό όριο που θα εφαρμόζεται μηχανικά σε κάθε περίπτωση. Υπάρχουν περιστατικά που απαιτούν προσεκτικό έλεγχο, διαφορετικές λήψεις, αξιολόγηση της επαφής και εξέταση του κανονισμού. Υπάρχουν, όμως, και στιγμές στις οποίες η διαδικασία γίνεται τόσο περίπλοκη, ώστε στο τέλος να δημιουργεί περισσότερα ερωτήματα από όσα καλείται να απαντήσει. Η ταχύτητα δεν πρέπει να προηγείται της ορθότητας, αλλά ούτε και η αναζήτηση της απόλυτης βεβαιότητας να καταλήγει σε μια ατελείωτη διαδικασία που αποδομεί τη φυσική ροή του αγώνα.

Στην Τούμπα, άλλωστε, δεν υπήρξε μόνο μία φάση που προκάλεσε συζητήσεις. Το ακυρωθέν γκολ του Ηρακλή, οι αποφάσεις που ακολούθησαν και η συνολική διαχείριση των επίμαχων στιγμών έβαλαν τη διαιτησία στο επίκεντρο. Προσωπικά, θεωρώ ότι το πρώτο γκολ του Ηρακλή δεν είναι μια περίπτωση στην οποία μπορείς εύκολα να αποδεχθείς την ακύρωση, ενώ δεν γίνεται, κατά την άποψή μου, να διορθώνεται ένα λάθος με ένα άλλο. Αν υπάρχει λανθασμένη απόφαση σε μια φάση πέναλτι, η λύση δεν μπορεί να είναι μια άλλη λανθασμένη απόφαση, όπως ένα ανύπαρκτο οφσάιντ. Η μία κρίση δεν δικαιολογεί την άλλη και το ενδεχόμενο να αποκατασταθεί μια αδικία δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι για να δημιουργηθεί μια διαφορετική.

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι η συζήτηση πρέπει να μετατραπεί σε μια προσπάθεια να βγει νικητής από την αντιπαράθεση των δύο πλευρών. Είναι ακριβώς αυτό που συμβαίνει σχεδόν κάθε φορά και που κάνει την κουβέντα για τη διαιτησία τόσο κουραστική. Η ίδια φάση παρουσιάζεται ως απόδειξη αδικίας από τη μία πλευρά και ως δικαίωση από την άλλη, ανάλογα με τη φανέλα που υποστηρίζει ο καθένας. Η αντικειμενική αξιολόγηση υποχωρεί μπροστά στην ανάγκη να επιβεβαιωθεί η ήδη διαμορφωμένη άποψη. Και κάπως έτσι, αντί να συζητάμε για το πώς θα βελτιωθεί η διαιτησία, ανακυκλώνουμε την ίδια αντιπαράθεση, χωρίς να προχωράμε ούτε ένα βήμα.

Ας φανταστούμε, για παράδειγμα, ότι μια αντίστοιχη αλληλουχία αποφάσεων και καθυστερήσεων σημειωνόταν σε ένα Ολυμπιακός-Παναθηναϊκός. Πόσες ώρες θα διαρκούσε η συζήτηση; Πόσες διαφορετικές αναγνώσεις θα προέκυπταν και πόσοι θα ήταν εκείνοι που θα ζητούσαν εξηγήσεις; Η απάντηση είναι εύκολη, αλλά δεν χρειάζεται να περιμένουμε ένα τέτοιο παιχνίδι για να αναγνωρίσουμε το πρόβλημα. Οι κανόνες και τα κριτήρια πρέπει να είναι τα ίδια ανεξάρτητα από τις ομάδες, τη βαθμολογία, την ένταση της αναμέτρησης ή το μέγεθος του θορύβου που μπορεί να προκαλέσει μια απόφαση.

Το ΠΑΟΚ-Ηρακλής θα μπορούσε να είναι ένα τεστ για τη διαιτησία. Ένα απαιτητικό παιχνίδι, με δύσκολες στιγμές και αποφάσεις που χρειάζονταν κρίση, ψυχραιμία και υπευθυνότητα. Οι διαιτητές δεν βρίσκονται στο γήπεδο για να αποφεύγουν τις αποφάσεις μέχρι να εξασφαλίσουν ότι δεν θα αμφισβητηθούν από κανέναν. Βρίσκονται εκεί για να εφαρμόζουν τους κανονισμούς, να αξιοποιούν σωστά τα διαθέσιμα εργαλεία και να καταλήγουν σε αποφάσεις που μπορούν να υποστηρίξουν. Το VAR είναι βοήθεια για τον διαιτητή, όχι ένας τρόπος να μετατίθεται επ' αόριστον η ευθύνη της κρίσης.

Το ζητούμενο δεν είναι να τελειώσει η συζήτηση για τη διαιτησία. Αυτό δεν πρόκειται να συμβεί, ούτε θα ήταν ρεαλιστικό να το περιμένει κανείς. Το ζητούμενο είναι να μην αποτελεί η διαιτησία το κυρίαρχο θέμα κάθε αγωνιστικής, να μην περνούν τα παιχνίδια στην ιστορία κυρίως για τις διακοπές και τις αμφισβητούμενες αποφάσεις τους και να μην απαιτείται ένα τέταρτο αναμονής για να συνεχιστεί κανονικά η δράση.

Η τεχνολογία μπορεί να βοηθήσει το ποδόσφαιρο, αρκεί να χρησιμοποιείται με τρόπο που υπηρετεί το παιχνίδι και όχι που το υποκαθιστά. Οι διαιτητές πρέπει να ελέγχονται, οι αποφάσεις τους να κρίνονται και τα λάθη να επισημαίνονται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε αγώνας οφείλει να μετατρέπεται σε μια ατέρμονη δίκη για το ποιος ευνοήθηκε και ποιος αδικήθηκε.

Γιατί, τελικά, η διαιτησία είναι μέρος του παιχνιδιού. Δεν μπορεί, όμως, να γίνεται όλο το παιχνίδι.

ON DEMAND: Όλα τα ρεπορτάζ στο επίσημο κανάλι του bwinΣΠΟΡ FM στο youtube