Η Αυστρία τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα αποτέλεσε την κοιτίδα σπουδαίων μουσικών προσωπικοτήτων, διασημότερες από τις οποίες υπήρξαν ο Μότσαρτ και ο Μπετόβεν.

Το ποδόσφαιρο γνώρισε και αυτό μεγάλη απήχηση στη χώρα, τη δεκαετία του 1920, με τη σύσταση του εθνικού αυστριακού επαγγελματικού πρωταθλήματος.

Εκεί ξεχώρισε ο θρυλικός Ματίας Ζίντελαρ, που αποκαλούσαν και «Πελέ του Μεσοπολέμου».

Γράφει ο Παναγιώτης Ιωάννου

Γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου 1903, παιδί προσφύγων από τη Μοραβία, στο χωριό Κοζλόφ. Σε ηλικία τριών ετών μετακόμισε στη Βιέννη. Το 1917 ο πατέρας του, που εργαζόταν ως οικοδόμος, σκοτώθηκε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο «δαντελένιος»

Έπαιξε πρώτη φορά μπάλα στην τοπική ομάδα Φαβορίτεν. Ο κυνηγός ταλέντων, Καρλ Βάιμαν, τον έπεισε να ενταχθεί στο τμήμα νέων της Χέρτα Βιέννης στα 15 του χρόνια.

Σύντομα διακρίθηκε χάρη στην εξαιρετική τεχνική του κατάρτιση. Ο τρόπος που ελισσόταν σαν χέλι ανάμεσα στους αμυντικούς συνέβαλε στο να του αποδοθούν τα προσωνύμια «Der Papierene» (δηλαδή ο «Χάρτινος») και ο «δαντελένιος». Λίγο καιρό μετά, προήχθη στην ανδρική ομάδα.

Μπορεί ο «δαντελένιος» να ήταν ακρογωνιαίος λίθος στην επίθεση της Χέρτα , εντούτοις το κλαμπ δεν κατόρθωσε να αποφύγει τον υποβιβασμό τη σεζόν 1923-1924.

Πάντως, ο Ζίντελαρ έμεινε στην ίδια πόλη και υπέγραψε την ίδια χρονιά στους «ερασιτέχνες της Βιέννης». Έπειτα από ένα χρόνο θα μετονομαζόταν στη γνωστή Αούστρια Βιέννης.



Το αστέρι της «Wunderteam»

Η εκπληκτική του απόδοση επιβραβεύτηκε με την κλήση του στο αντιπροσωπευτικό συγκρότημα, την περίφημη ομάδα-θαύμα (Wunderteam) της Εθνικής Αυστρίας.

Η έμπνευση του θρυλικού τεχνικού, Ούγκο Μάισλ, να ρίξει στη μάχη τον Ζίντελαρ αποδείχθηκε σοφή, καθώς πραγματοποίησε ονειρικό ντεμπούτο, πετυχαίνοντας το νικητήριο γκολ στις 28 Σεπτεμβρίου 1926 απέναντι στην Τσεχοσλοβακία.

Οι αντιδράσεις, όμως της κοινής γνώμης, λόγω της εβραϊκής καταγωγής του καθυστέρησαν την καθιέρωσή του. Ρόλο έπαιξε και η σωματοδομή του.

Λεπτός και ελαφρύς σαν πούπουλο φάνταζε κάτι πρωτόγνωρο. Τότε, κυριαρχούσε ακόμη το στερεότυπο του θηριώδους φορ με δύναμη και ικανότητα στο ψηλό παιχνίδι.

«Σαν να είχε μυαλό στα πόδια του»

Ο Τζόναθαν Γουίλσον, στο εξαιρετικό βιβλίο: «Αντιστρέφοντας την πυραμίδα», περιγράφει χαρακτηριστικά: «Είχε μια εξαίρετη αίσθηση του χρόνου και της ιδιομορφίας του παιχνιδιού, που το έβλεπε σαν θεατρικό έργο». «Με κάποιον τρόπο ήταν σαν να είχε μυαλό στα πόδια του», συμπληρώνει ο κριτικός θεάτρου, Άλφρεντ Πόλγκαρ.



Ο πανηγυρισμός του θανάτου

Η Αυστρία προκρίθηκε στο Μουντιάλ της Γαλλίας το 1938, αλλά ο «χάρτινος» δεν πρόφτασε να μαγέψει τα πλήθη.

Η προσάρτηση της Αυστρίας από τη Γερμανία που ολοκληρώθηκε το 1938 έβρισκε κάθετα αντίθετο τον Ζίντελαρ, εμποτισμένο με γνήσια σοσιαλδημοκρατικές πεποιθήσεις.

Αυτό είχε ως συνέπεια την οριστική διάλυσή της, αφού προέβλεπε πως όλοι εκείνοι που μέχρι πρότινος την στελέχωναν υποχρεούνταν να αγωνιστούν στη Γερμανία.

Στις 3 Απριλίου του ίδιου έτους δόθηκε ένας αγώνας «συμφιλίωσης», ο οποίος είχε προαποφασιστεί να λήξει ισόπαλος στο κατάμεστο στάδιο «Πράτερ» της Βιέννης. Ήταν η τελευταία παράσταση της «Wunderteam».

Από τη μια παρατάχθηκε μια εντεκάδα Αυστριακών. Στον αντίποδα, παρουσιάστηκε μια ομάδα Γερμανών. Οι Αυστριακοί, προεξάρχοντος του Ζίντελαρ σπατάλησαν πολλές ευκαιρίες.

Ο Τζόναθαν Γουίλσον διηγείται χαρακτηριστικά: «Αν αναλογιστεί κανείς πόσο συχνά σούταρε έξω από το τέρμα, ακόμη και αρκετοί σύγχρονοι ιστορικοί αναρωτιούνται, αν κορόιδευε τους Γερμανούς και τις υποτιθέμενες διαταγές να μη σκοράρει-χάνοντας γκολ σκόπιμα».

Στο δεύτερο ημίχρονο, ο «Μότσαρτ» έλυσε το γόρδιο δεσμό στο 61’, πανηγυρίζοντας έξαλλα το γκολ μπροστά στην εξέδρα των επισήμων που βρίσκονταν υψηλόβαθμα στελέχη του ναζιστικού καθεστώτος. Αυτή την απερισκεψία του έμελλε να την πληρώσει πολύ ακριβά…

Ο συμπαίκτης του, Σάσι Σέστα, βρήκε δίχτυα με μια αριστοτεχνική εκτέλεση φάουλ και διαμόρφωσε το τελικό 2-0.

Η Αούστρια Βιέννης εξάλειψε κάθε Εβραϊκό στοιχείο, καθώς ο φασισμός εξαπλωνόταν υπό μορφή λαίλαπας. Έτσι, έλυσε τα συμβόλαια όλων των Εβραίων ποδοσφαιριστών.

Παρά τις επανειλημμένες διαταγές, ο «Μότσαρτ» αρνήθηκε να αγωνιστεί με την ενοποιημένη Εθνικής Γερμανίας, με πρόσχημα ότι είναι τραυματίας.



Εγκλωβισμένοι στις αμφιβολίες

Θορυβημένος από την απουσία του ο φίλος του, Γκούσταβ Χάρτμαν, άρχισε να τον αναζητά. Την 23η Ιανουαρίου του 1939, έπειτα από πολύωρες έρευνες έσπασε την πόρτα ενός διαμερίσματος στην οδό Αναγκάσε της Βιέννης και ήρθε σε επαφή με ένα αποτρόπαιο θέαμα.

Ο Ζίντελαρ ήταν γυμνός στο κρεβάτι μαζί με την λιπόθυμη σύντροφό του, Καμίλα Καστινιόλα. Εκείνη εξέπνευσε, ύστερα από μικρό χρονικό διάστημα στο νοσοκομείο.

Η επίσημη αιτία του θανάτου αμφότερων, όπως ανέφερε η τοπική αστυνομία ήταν η δηλητηρίαση από μονοξείδιο του άνθρακα, ένεκα ενός ελαττωματικού συστήματος θέρμανσης.

Ο Τζόναθαν Γουίλσον υπογραμμίζει στο βιβλίο του: «Ο εισαγγελέας δεν είχε ολοκληρώσει την έρευνά του, ούτε είχε καταλήξει σε συμπέρασμα έξι μήνες μετά, όταν οι αρχές των Ναζί διέταξαν το κλείσιμο της υπόθεσης».

Το πέπλο της αμφιβολίας πλανάται μέχρι σήμερα γύρω από αυτή την υπόθεση. Σε ντοκιμαντέρ που προβλήθηκε το 2003 από το BBC, o Έγκον Ούλμπριχ, άτομο που διατηρούσε στενή σχέση με τον αποθανόντα, ισχυρίστηκε ότι ένας αξιωματούχος της αστυνομίας έλαβε αδρή χρηματική αμοιβή προκειμένου να σκηνοθετήσει και να καταγράψει το περιστατικό ως ατύχημα για να διασφαλιστεί ότι θα έχει μια κηδεία δημοσία δαπάνη.

Άλλοι μίλησαν για αυτοκτονία. Μάλιστα, η γνωστή εφημερίδα της χώρας, «Kronen Zeitung», έγραφε: «όλα τα στοιχεία συνηγορούν ότι αυτός ο σπουδαίος άντρας έπεσε θύμα δολοφονικής ενέργειας με δηλητήριο».

Ο κριτικός θεάτρου, Άλφρεντ Πόλγκαρ, τόνισε στη νεκρολογία του: «Ο Ζίντελαρ ακολούθησε στο θάνατο την πόλη, της οποίας ήταν παιδί και καμάρι.

Ήταν τόσο δεμένος με την πόλη, που έπρεπε να πεθάνει όταν «έσβησε» και αυτή. Όλες οι ενδείξεις οδηγούν στην εκδοχή της αυτοκτονίας ως απόδειξη νομιμοφροσύνης προς την πατρίδα του. Το να ζει και να παίζει ποδόσφαιρο σε μια καταπιεσμένη, κατεστραμμένη και χωρισμένη πόλη θα σήμαινε ότι εξαπατούσε τη Βιέννη, που είχε γίνει μια απεχθής παραμόρφωση του εαυτού της…»

Στην «Μπαλάντα για το θάνατο ενός ποδοσφαιριστή» που συνέθεσε ο Τόρμπεργκ, εμπνεόμενος από την τραγική ιστορία του «Μότσαρτ», ασπάζεται το σενάριο της αυτοκτονίας. Σύμφωνα με τους Ναζί, εφόσον κάποιος αυτοκτονούσε ή δολοφονούνταν δεν δικαιούτο να ταφεί με τιμές.



Μολονότι η εβραϊκή καταγωγή της ιταλίδας φίλης του αποτελεί σημείο αμφιλεγόμενο, ο κοινός τους θάνατος πυροδότησε ένα ρομαντικό συμβολισμό όπου ένας νέος ποδοσφαιριστής αντιτάχθηκε στο Ναζισμό και έφυγε από την ζωή υπερασπιζόμενος τις ιδέες του. O μοναδικός που ξέφυγε από τη μέγγενη της καταπίεσης. Ένας εθνικός ήρωας.

Στην κηδεία του «χάρτινου» έδωσαν το «παρών» πάνω από 15.000 άνθρωποι, αψηφώντας τη σχετική απαγόρευση για να αποδώσουν τον ύστατο φόρο τιμής. Σε 43 συμμετοχές με το εθνόσημο πέτυχε 26 γκολ. Υπηρέτησε την Αούστρια Βιέννης επί μια δωδεκαετία (1926-1938). Σε 700 παρουσίες βρήκε δίχτυα 600 φορές.

Έχει ανακηρυχθεί καλύτερος Αυστριακός ποδοσφαιριστής για τον 20ό αιώνα από τη Διεθνή Υπηρεσία Ιστορίας και Στατιστικής Ποδοσφαίρου.

Όσοι τον έζησαν θα τον θυμούνται ως εκείνον που μέχρι την τελευταία του πνοή προασπιζόταν τις πεποιθήσεις του. Άλλωστε, όπως έγραψε κάποτε και ο Αμερικανός συγγραφέας Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ: «Δείξτε μου έναν ήρωα και θα σας δείξω μια τραγωδία».