Από μουσικός σε πανηγύρια και λούστρος σε τοπικό μαγαζί της πόλης, βασιλιάς στα νυχτερινά κέντρα, πρώτο όνομα στα εξώφυλλα των εφημερίδων και την κορυφή του κόσμου, μέχρι το ρέκβιεμ της αυτοκαταστροφής των εξαρτήσεων.

Γεννήθηκε στην πόλη Σάλτο της Ουρουγουάης στις 22 Νοεμβρίου του 1901.

Φημολογείται ότι όταν είδε για πρώτη φορά το φως του ήλιου ο πατέρας του, Ιγνάσιο Αντράντε, Αφρικανός σκλάβος, ο οποίος είχε δραπετεύσει από την Βραζιλία, ήταν 98 ετών και κατείχε μαγικές δυνάμεις.

Γράφει ο Παναγιώτης Ιωάννου

Αν και κάτι τέτοιο εκ πρώτης όψεως φαντάζει απίθανο, μοιάζει να περιέχει και μια δόση αλήθειας. Σε διαφορετική περίπτωση πώς θα μπορούσε να ερμηνευτεί το γεγονός ότι έφτασε σε τόσο προχωρημένη ηλικία, όταν το προσδόκιμο ζωής το 1900 στην χώρα ήταν μόλις 49 ετών;

Ως έφηβος ο Αντράντε μετακόμισε στο Μοντεβιδέο και έζησε μαζί με τη θεία του. Έπειτα από μικρό χρονικό διάστημα εγγράφηκε στη Μισιόνες και ξεδίπλωσε τις πρώτες πτυχές του ταλέντου του.

Παράλληλα χρειάστηκε να κάνει αρκετές δουλειές προκειμένου να βιοποριστεί, όπως λούστρος, πωλητής εφημερίδων, μουσικός σε καρναβάλια (με έφεση στα τύμπανα, το βιολί και τα ντραμς) και -σύμφωνα με το θρύλο της εποχής- ακόμη και ζιγκολό.



Στα 20 του μεταπήδησε στη Μπέλα Βίστα, όπου σε 71 παρουσίες σκόραρε επτά φορές. Οι εμφανίσεις αυτές θα αποτελέσουν το διαβατήριο για την πρώτη κλήση του στην Εθνική Ουρουγουάης για την διοργάνωση του Κόπα Αμέρικα το 1923.

Η «σελέστε», με τον Αντράντε να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο, θα κατακτήσει τον τίτλο. Το ίδιο θα πράξει και την επόμενη χρονιά.
Το 1924 η Νασιονάλ απέσπασε την υπογραφή του και το ίδιο έτος πανηγύρισε την κατάκτηση του πρωταθλήματος.

Την υπηρέτησε επί έξι συναπτά έτη και βρήκε δίχτυα 29 φορές. Επόμενος σταθμός ήταν η Πενιαρόλ, με την οποία σκαρφάλωσε στο θρόνο του πρωταθλητή το 1932 και το 1935.

Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 1924



Ο Αντράντε έγινε ο πρώτος μαύρος ποδοσφαιριστής που αγωνίστηκε σε ολυμπιακό επίπεδο. Αν και η Ουρουγουάη ήταν η κάτοχος του Κόπα Αμέρικα, δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να προσφέρει στοιχειώδεις ανέσεις στους παίκτες. Έτσι, μετέβη σε καταλύματα κάθε άλλο παρά πολυτελή.

Επιπρόσθετα, η αποστολή κατά την άφιξη της στη χώρα, ταξίδεψε σε παλιές αμαξοστοιχίες και κοιμήθηκε σε παγκάκια. Παρά τις αντιξοότητες έγραψε μια από τις πιο χρυσές σελίδες της ιστορίας της.

Ο Τζόναθαν Γουίλσον στο εξαιρετικό του βιβλίο «Αντιστρέφοντας την πυραμίδα» διηγείται χαρακτηριστικά: «Ήταν μια ομάδα που την αποτελούσαν κυρίως εργάτες, καθώς ανάμεσα στα άλλα επαγγέλματα περιλαμβάνονταν ένας φορτοεκφορτωτής κρεάτων, ένας μαρμαροκόφτης, ένας μπακάλης κι ένας παγοπώλης.

Ταξίδεψαν στην Ευρώπη με ατμόπλοιο, έπαιξαν φιλικά παιχνίδια για να πληρώσουν τα ναύλα τους και μάλιστα κέρδισαν εννέα ματς στην Ισπανία, πριν φθάσουν στη Γαλλία».

Να σημειωθεί ότι οι Ολυμπιακοί Αγώνες συνιστούσαν ουσιαστικά τον προάγγελο του Παγκόσμιου Κυπέλλου. 22 χώρες έλαβαν μέρος συνολικά.

Παρ’ όλα τα άκρως ενθαρρυντικά πρώτα δείγματα γραφής, μονάχα ένας ολιγάριθμος πυρήνας έδειξε ενδιαφέρον. Είναι ενδεικτικό ότι μόλις 2.000 άτομα έδωσαν το «παρών» στην εκκωφαντική επικράτηση της πρεμιέρας με σκορ 7-0 κόντρα στην Γιουγκοσλαβία.

«Συγγνώμη για την ήττα σας»

Προφανώς οι «πλάβι» έπεσαν στην παγίδα ότι η «σελέστε» αποτελούσε ομάδα περιορισμένων δυνατοτήτων και την θεώρησαν υποδεέστερη.

Του λόγου το ασφαλές επιβεβαιώνει το στοιχείο ότι έστειλαν κατασκόπους στην προπόνηση της αντιπάλου, επιβεβαίωσαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν εκ των προτέρων συγγνώμη που θα την έστελναν σπίτι τόσο νωρίς. Ωστόσο, η αλαζονεία και η υπεροψία δεν είναι ποτέ οι καλύτεροι σύμβουλοι.

Για κακή τους τύχη η πληροφορία διέρρευσε. Έτσι, ο Αντράντε και οι συμπαίκτες του έκαναν τεχνηέντως λάθος πάσες και σούταραν συνεχώς απελπιστικά άουτ. Αν υπολογιστεί πάντως το αποτέλεσμα, το σχέδιο πέτυχε!

Παράλληλα, ξεχώρισαν δύο κινήσεις μέγιστης ασέβειας, προτού ξεκινήσει η αναμέτρηση: Αντί να ακουστεί ο εθνικός ύμνος της Ουρουγουάης παιάνισε ένα τυχαίο βραζιλιάνικο εμβατήριο, σε συνάρτηση με την σημαία της χώρας που υψώθηκε ανάποδα στον ιστό της σημαίας. Αυτά γέννησαν ένα ισχυρό κίνητρο και λειτούργησαν ως μοχλός συσπείρωσης.

Από τα χωράφια στην κορυφή του κόσμου!

Ο Οντίνο Βιέρα, ο τεχνικός που μετέπειτα οδήγησε τη «σελέστε» μέχρι τα προημιτελικά του Μουντιάλ του 1966 και στο πλούσιο παλμαρέ του συγκαταλέγονται μεταξύ άλλων δύο πρωταθλήματα Αργεντινής και τέσσερα Ουρουγουάης, προσέθεσε στο ίδιο βιβλίο:

«Ιδρύσαμε τη σχολή του ποδοσφαίρου της Ουρουγουάης, χωρίς προπονητές, χωρίς προετοιμασία, χωρίς φάρμακα, χωρίς ειδικούς. Μόνοι μας στα χωράφια, κυνηγώντας την μπάλα από το πρωί μέχρι το απόγευμα και στη συνέχεια στη φεγγαρόφωτη νύχτα.

Παίζαμε είκοσι χρόνια για να γίνουμε αυτοί οι ποδοσφαιριστές που οφείλαμε στους εαυτούς μας. Απόλυτοι άρχοντες της μπάλας, κρατώντας την στην κατοχή μας-δεν την χάναμε για κανένα λόγο.

Ήταν ένα άγριο ποδόσφαιρο το παιχνίδι μας. Παίζαμε με την εμπειρία μας, ήμασταν αυτοδίδακτοι, γέννημα θρέμμα του τόπου μας. Ήταν ένα ποδόσφαιρο που δεν χωρούσε στους κανόνες διαχείρισης του ποδοσφαίρου του Παλαιού Κόσμου… Έτσι, διαμορφώσαμε την δική μας σχολή ποδοσφαίρου, μια σχολή για ολόκληρη την ήπειρο του Νέου Κόσμου».

Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Γκαλεάνο έγραφε: «Παιχνίδι με το παιχνίδι τα πλήθη έρχονταν να δουν αυτούς τους παίκτες που ξεγλιστρούσαν σαν σκίουροι και έπαιζαν σκάκι με την μπάλα. Η αγγλική ομάδα μπορεί να τελειοποίησε τη μακρινή και ψηλή μπαλιά, αλλά αυτά τα παλικάρια, απόκληροι της μακρινής Αμερικής, δεν είχαν τη σιγουριά κάποιας ποδοσφαιρικής κληρονομιάς από τους πατεράδες τους. Επέλεξαν να εφεύρουν ένα ποδόσφαιρο με μικρές πάσες ακριβείας, με ελαφρές αλλαγές ρυθμού και ταχύτατες ντρίμπλες».

Το 7-0 της πρεμιέρας διαδέχθηκε η άνετη νίκη με σκορ 3-0 απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η ποδοσφαιρική πανδαισία που προσέφεραν κέντρισε το ενδιαφέρον και υπό το βλέμμα 30.000 φιλάθλων οι αμφιτρύωνες Γάλλοι υποκλίθηκαν στην ανωτερότητα της Ουρουγουάης (5-1) που θύμιζε άλογο που καλπάζει.

Στα ημιτελικά το ματς κόντρα στην Ολλανδία ακροβατούσε σε τεντωμένο σκοινί έως το 81’ (1-1), ωστόσο ένα εύστοχο πέναλτι του Σκαρόνε έστειλε τη «σελέστε» στον τελικό.

Καθώς το εμπόδιο των αξιόμαχων «οράνιε» υπερκεράστηκε, η Ελβετία αποδείχθηκε εύκολη λεία και την 9η Ιουνίου του 1924 με ένα δίκαιο 3-0 η Ουρουγουάη κατέκτησε πανάξια το χρυσό μετάλλιο.



Ο εκτυφλωτικός απολογισμός της Ουρουγουάης (17 γκολ ενεργητικό,2 γκολ παθητικό) σε τέσσερις αναμετρήσεις προκάλεσαν ύμνους. Το απόσπασμα από το κείμενο του Γάλλου δοκιμιογράφου Ανρί Ντε Μοντερλάν αποτυπώνει το μέγεθος του επιτεύγματος:

«Μια αποκάλυψη… Εδώ είχαμε πραγματικό ποδόσφαιρο. Σε σύγκριση με αυτό, ό,τι ξέραμε πριν, ό,τι έχουμε παίξει δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ένα παιδικό παιχνίδι».

Μπορεί ο πολυσύνθετος μέσος Αντράντε να μην πέτυχε γκολ στο τουρνουά, ωστόσο ήταν ο άνθρωπος- ορχήστρα, ο συνδετικός κρίκος άμυνας και επίθεσης, ο οποίος περνούσε πάσες από την τρύπα της βελόνας.

Η περιγραφή του Εντουάρντο Γκαλεάνο στο βιβλίο του « Το ποδόσφαιρο στη σκιά και στο φως» είναι αριστουργηματική:

«Παίζοντας στη μεσαία γραμμή εκείνος ο γίγαντας με το σώμα λάστιχο κυκλοφορούσε την μπάλα δίχως να αγγίζει ποτέ αντίπαλο και όταν ξεχυνόταν στην επίθεση, λύγιζε το σώμα του με τρόπο που τους έκανε να σκορπίζουν.

Σε έναν αγώνα (προημιτελικά των Ολυμπιακών Αγώνων 1924) διέσχισε το μισό γήπεδο με την μπάλα αποκοιμισμένη στο κεφάλι του. Το κοινό τον αποθέωνε, ο Γαλλικός Τύπος τον αποκαλούσε το «Μαύρο Θαύμα».

O κριτικός λογοτεχνίας Χανς Ούλριχ Γκάμβρεσιτ στο βιβλίο του «In Praise of Athletic Beauty» γράφει: «Όλοι οι αυτόπτες μάρτυρες ήταν μαγεμένοι με την αβίαστη κομψότητα στις κινήσεις του. Ήταν μυώδης και δυνατός. Οι εμφανίσεις του απελευθέρωναν μια εντυπωσιακή αθλητική ενέργεια, προκαλώντας σχεδόν ερωτική επιθυμία».

Ένας πραγματικός ζεν πρεμιέ!

Έπειτα από τους αγώνες οι περισσότεροι ποδοσφαιριστές ήταν καλεσμένοι σε φανταχτερά πάρτι και ο Αντράντε βρισκόταν συνεχώς περιστοιχισμένος από αιθέριες υπάρξεις.

Συνήθιζε να φεύγει από τον τόπο διαμονής των υπολοίπων συμπαικτών στη διάρκεια της διοργάνωσης και μετά χανόταν ή γυρνούσε μεθυσμένος.

Σε ένα από αυτά τα περιστατικά ο συγκάτοικος του Αντζέλ Ρομάνο, στον οποίο είχε ανατεθεί από την αποστολή να τον εντοπίσει, τονίζει: «Έπειτα από πολλές ώρες τον βρήκα σε ένα πολυτελέστατο διαμέρισμα σε απόμακρο σημείο της πόλης περικυκλωμένο από πολλές γυναίκες. Έμοιαζε σαν να έβλεπα τον σουλτάνο και το χαρέμι του».



Σε μια από αυτές τις συναντήσεις συνάντησε και την απαστράπτουσα Ζοζεφίν Μπέικερ, διάσημη αρτίστα της εποχής, την οποία και ξετρέλανε χορεύοντας ένα ταγκό μαζί της. Ο Ερνέστ Χέμινγουει την είχε χαρακτηρίσει ως «την πιο εντυπωσιακή γυναίκα που είδε ποτέ».



Ο Εντουάρντο Γκαλεάνο διηγείται: «Όταν τελείωσαν οι αγώνες, ο Αντράντε παρέμεινε για λίγο καιρό στο Παρίσι, κάνοντας μποέμικη ζωή, κι έγινε ο βασιλιάς των καμπαρέ. Τα μποτίνια από λουστρίνι αντικατέστησαν τα πάνινα ξεφτισμένα παπούτσια που είχε φέρει από το Μοντεβιδέο, κι ένα ημίψηλο καπέλο πήρε τη θέση του φθαρμένου κασκέτου».

Το «πρώτο καμπανάκι»

Με την επιστροφή του στα πάτρια εδάφη η μαύρη κοινότητα του Μοντεβιδέο οργάνωσε ένα πάρτι προς τιμήν του. Παρόλα αυτά, η ανεξήγητη απουσία του και η εν γένει συμπεριφορά του προξένησε αλγεινή εντύπωση, εγείροντας αρκετά ερωτηματικά.

Από την άλλη πλευρά, η είδηση της ευρωπαϊκής περιοδείας της Πενιαρόλ το 1925 σκόρπισε κύμα ενθουσιασμού στους εκατοντάδες θαυμαστές του Αντράντε, όμως η δημόσια παρουσία του υπήρξε ισχνή.



Επισκέφθηκε ένα γιατρό στις Βρυξέλλες, διαγνώστηκε με σύφιλη και κατόπιν εξαφανίστηκε. Όταν γύρισε στη γενέτειρα του ύστερα από μακρά απουσία, ήταν εμφανώς καταβεβλημένος και αδυνατισμένος. «Αισθάνομαι άρρωστος και πρέπει να ακολουθήσω μια θεραπεία» ήταν η δική του εκδοχή στον καταιγισμό ερωτήσεων που δεχόταν.

Παλιά μου τέχνη κόσκινο

Μπορεί να είχε υπομείνει μια μεγάλη δοκιμασία, αλλά ως γνωστόν η τέχνη δεν ξεχνιέται. Πράγματι, ο περί ου ο λόγος δεν έχασε την σπιρτάδα και την φλόγα του.

Προσέθεσε στη συλλογή ένα ακόμα Κόπα Αμέρικα το 1926. Μάλιστα, υπήρξε βασικός πυλώνας στην προσπάθεια διατήρησης των σκήπτρων στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ολλανδίας το 1928.

Στον πρώτο γύρο επιβλήθηκε της οικοδέσποινας Ολλανδίας 2-0, ενώ ακολούθησε η πειστική εμφάνιση ενάντια στην Γερμανία (4-1).
Στα ημιτελικά, σε ένα ματς σημαδιακό, οι Ουρουγουανοί επιβλήθηκαν της Ιταλίας με σκορ 3-2 σφραγίζοντας το εισιτήριο για τον μεγάλο τελικό.

Σε αυτό το σημείο, καταγράφονται αντικρουόμενες απόψεις. Σύμφωνα με μια από αυτές, σε εκείνο τον αγώνα το «Μαύρο Θαύμα» προσέκρουσε με δύναμη στο δοκάρι. Ο τραυματισμός αυτός επέφερε την απώλεια της όρασης του από το ένα μάτι.
Αρκετοί άλλοι ισχυρίζονται ότι αυτό οφειλόταν στη σοβαρή ασθένεια που τον είχε πλήξει στο παρελθόν.

Ο Αλφρέδο Πίτο, τότε ποδοσφαιριστής της «σκουάντρα ατζούρα», τού έπλεξε το εγκώμιο λέγοντας: «Θα μπορούσε να διασχίσει το Μιλάνο σε ώρα αιχμής με την μπάλα, κάνοντας κόλπα χωρίς αυτή να ακουμπήσει στο έδαφος».

Ουρουγουάη και Αργεντινή διασταύρωσαν τα ξίφη τους σε μια πραγματική τιτανομαχία με φόντο την πρώτη θέση. Το πρώτο ματς έληξε ισόπαλο (1-1).

Τρεις ημέρες αργότερα, στη ρεβάνς στο Ολυμπιακό Στάδιο του Άμστερνταμ έμελλε να λύσουν τις διαφορές τους. Η προσμονή των απανταχού ποδοσφαιρόφιλων ήταν τεράστια. Ενδεικτικό το γεγονός ότι περισσότεροι από 250.000 ανθρώπους προσπάθησαν να εξασφαλίσουν ένα «μαγικό χαρτάκι», αριθμός δεκαπλάσιος από την χωρητικότητα του γηπέδου.

Η Ουρουγουάη προηγήθηκε με τον Φιγκερόα, όμως ο Λουίς Μόντι ισοφάρισε. Ο Σκαρόνε με το τρίτο του γκολ στη διοργάνωση συνέβαλε τα μέγιστα στη διατήρηση των πρωτείων.

Το «κύκνειο» άσμα με τα «ουρανόλευκα»

Ο τότε πρόεδρος της ΦΙΦΑ Ζιλ Ριμέ, δικηγόρος στο επάγγελμα (το όνομα του οποίου έφερε αρχικά το τρόπαιο της διοργάνωσης), ήταν ο πρώτος που αντιλήφθηκε την απήχηση του ποδόσφαιρου στο ευρύ κοινό. Έτσι, χάρη στη διορατικότητα του γεννήθηκε η πρώτη σπίθα για μια διοργάνωση με εκπροσώπους όλων των ηπείρων.

Κάθε αρχή και δύσκολη. Η Ουρουγουάη, ήταν ό,τι δηλώνει και το προσωνύμιο της, δηλαδή «ουράνια» ομάδα και επελέγη ως η εκλεκτή για να πραγματώσει το όραμα της διεξαγωγής του Μουντιάλ του 1930. Στα πάτρια εδάφη έμελλε να επισφραγιστεί μια χρυσή περίοδος ένδοξων στιγμών, που δύσκολα θα αναβιώσει στο μέλλον. Σημαντικό υπήρξε ότι η οικοδέσποινα αποφάσισε να καλύψει τα έξοδα μεταφοράς των ομάδων.

Το νεότευκτο «στολίδι», «Εστάδιο Σεντενάριο», έλαβε το εν λόγω όνομα προς τιμήν της εκατονταετηρίδας από την ανεξαρτησία της χώρας και φιλοξένησε τις περισσότερες αναμετρήσεις του τουρνουά συμπεριλαμβανομένου και του τελικού

Το κοπιαστικό ταξίδι των ευρωπαϊκών ομάδων με καράβι που διαρκούσε σχεδόν ένα μήνα, αλλά και η ανάγκη να εγκαταλείψουν τη δουλειά τους για τόσο μεγάλο διάστημα οι ως επί το πλείστον ερασιτέχνες ποδοσφαιριστές, δημιούργησε σημαντικά προβλήματα στη διεξαγωγή της διοργάνωσης.

Εν τέλει, από την Ευρώπη η Ρουμανία, η Γιουγκοσλαβία, φυσικά η Γαλλία και το Βέλγιο, στήριξαν το νεοπαγές εγχείρημα. Για την ιστορία, συμμετείχαν συνολικά 13 εθνικές ομάδες στο θεσμό. Από τη Γένοβα εκκίνησε ο απόπλους προς αυτό το μαγευτικό ταξίδι.

Μπορεί τα χρόνια να είχαν περάσει, όμως ο Αντράντε έδειξε ότι διατηρείται σαν το παλιό καλό κρασί. Βασικός και αναντικατάστατος συμμετείχε σε όλα τα παιχνίδια του αντιπροσωπευτικού συγκροτήματος. Με την ηγετική του στόφα οδήγησε την «σελέστε» στην γη της επαγγελίας, καθώς υπό τις ιαχές 93.000 συμπατριωτών του η Ουρουγουάη επιβλήθηκε 4-2 της Αργεντινής στην τελευταία του παράσταση με το εθνόσημο.

Επίσης, εξασφάλισε την παρουσία του στην καλύτερη εντεκάδα του θεσμού. Αγωνίστηκε σε συλλογικό επίπεδο για μερικά χρόνια ακόμα στη γενέτειρα του και στην Αργεντινή και έπειτα κρέμασε τα παπούτσια του.

Ο Βίκτορ Ροδρίγκες, ο ανιψιός του που τον λάτρευε τόσο ώστε φρόντισε να προσθέσει το Αντράντε δίπλα στο δικό του επίθετο, φάνηκε αντάξιος της βαριάς κληρονομιάς που κουβαλούσε. Ήταν ένας από τους θριαμβευτές στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1950 στη Βραζιλία.

Ο Λεάντρο Αντράντε εισήλθε στο πάνθεον της ποδοσφαιρικής αιωνιότητας, όταν η ΦΙΦΑ αναγνώρισε το μεγαλείο του και τον συμπεριέλαβε στην λίστα με τους 100 κορυφαίους όλων των εποχών στην ιστορία του Μουντιάλ.

Η αποκαθήλωση ενός ήρωα

H απόσυρσή του από την ενεργό δράση σηματοδότησε την αρχή του τέλους. Πνιγμένος στη μέγγενη των καταχρήσεων «έφυγε» στις 5 Οκτωβρίου του 1957 στα 56 του, ατιμασμένος, πάμπτωχος και φυματικός, με την γνώριμη λάμψη του να έχει ξεθωριάσει.
Και ίσως έτσι να το είχε γράψει η μοίρα.

Για να μην λησμονούμε ότι ακόμα και τα αστραφτερά είδωλα λουσμένα στην δόξα και την αστερόσκονη- που φαινομενικά συμβολίζουν το άπιαστο- έχουν ανθρώπινες αδυναμίες. Πώς θα μπορούσε άλλωστε το ποδόσφαιρο που συνιστά μικρογραφία της κοινωνίας να αποτελεί εξαίρεση;

ON DEMAND: Όλα τα ρεπορτάζ στο επίσημο κανάλι του ΣΠΟΡ FM στο youtube