Το ημερολόγιο έγραφε 23 Μαΐου1979, η ώρα ήταν λίγο μετά τις 20:30 και κάτι παραπάνω από 40.000 φίλαθλοι της Γκλάντμπαχ, παρακολουθούσαν τον Άλαν Σίμονσεν να ευστοχεί στο πέναλτι που θα έδινε στα «πουλάρια» το δεύτερο Κύπελλο Κυπελλούχων της ιστορίας τους. Δυστυχώς την ακριβώς επόμενη σεζόν, στον τελικό του ίδιου θεσμού, η Άιντραχτ Φρανκφούρτης θα στερούσε από την Γκλάντμπαχ έναν τρίτο ευρωπαϊκό τίτλο. Αυτή η δεκαετία, όμως, είχε κλείσει με πολλά όνειρα για τη συνέχεια.



Πολλοί είναι αυτοί που λένε πως η Γκλάντμπαχ εκείνης της περιόδου, ήταν μια ομάδα που συγκρίνεται με τον Άγιαξ του Γιόχαν Κρόιφ και τη Μίλαν του Αρίγκο Σάκι, τουλάχιστον ως προς τον τρόπο που «τάραξε» τα νερά. Ήταν μια ομάδα που έδειξε ένα διαφορετικό ποδόσφαιρο στους… αυστηρούς Γερμανούς. Πολλοί είναι επίσης, αυτοί που λένε πως αν δεν υπήρχε ο Χανς Βάισβίλερ, τίποτα από όλα αυτά δεν θα είχε συμβεί. Ο «Χένες», όπως συνήθιζαν να τον αποκαλούν, ήταν προπονητής των «πουλαριών» από το 1964 μέχρι το 1975 και ήταν αυτός που έδωσε τις δικές του ιδέες και τακτικές για να μπορέσει η Γκλάντμπαχ να γίνει μία εκ των κορυφαίων ομάδων.



Ο Βάισβίλερ κατάφερε να έχει πάνω από 50% ποσοστό νικών στην εντεκάχρονη πορεία του στην Γκλάντμαχ και την οδήγησε σε τρία πρωταθλήματα, ένα κύπελλο Γερμανίας και ένα Κύπελλο Κυπελλούχων. Το έργο που άφησε πίσω του όταν έφυγε ήταν τόσο σπουδαίο που ο Ούντο Λάντεκ, ο οποίος ανέλαβε την ομάδα μετά τον «Χένες», κατάφερε να κατακτήσει ακόμα δύο πρωταθλήματα και άλλο ένα Κύπελλο Κυπελλούχων με παραδειγματική άνεση.

Αυτή η ομάδα είχε δύο ποδοσφαιριστές που ξεχώριζαν. Ο ένας, φυσικά, ήταν ο Άλαν Σίμονσεν. Ο Δανός κατέκτησε -σχεδόν- τα πάντα με τα «πουλάρια», ενώ στα επτά χρόνια παρουσίας του στην ομάδα σκόραρε 76 γκολ σε 178 εμφανίσεις. Το μεγαλύτερο παράσημο της καριέρας του, όμως, ήταν η Χρυσή Μπάλα που κέρδισε το 1977, σε μια χρονιά που στέφθηκε πρωταθλητής Γερμανίας και δευτεραθλητής Ευρώπης καθώς μια ανερχόμενη δύναμη -τότε- του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου, η Λίβερπουλ, του στέρησε τον τίτλο στον τελικό της Ρώμης. Ο δεύτερος αστέρας εκείνης της ομάδας δεν ήταν άλλος από τον Γιουπ Χάινκες. Γεννημένος στο Μενχενγκλάντμπαχ και μπολιασμένος στην ιδεολογία της Μπορούσια. Με τα ασπρόμαυρα χρώματα της ομάδας αναδείχθηκε σε έναν από τους καλύτερους επιθετικούς του γερμανικού πρωταθλήματος ενώ μέχρι και σήμερα είναι ο πρώτος σκόρερ στην ιστορία της Γκλάντμπαχ με 195 γκολ.





Τα χρόνια που ακολούθησαν δεν ήταν «ρόδινα», με εξαίρεση τη χρονιά 84-85 που το πρωτάθλημα χάθηκε στην διαφορά των γκολ από την Στουτγκάρδη. Ο σύλλογος πέρασε πολλές δυσκολίες, κυρίως αγωνιστικές αλλά και οικονομικές καθώς το 1987 ήταν η τελευταία φορά που για αρκετά χρόνια, ο σύλλογος κατάφερε να βρεθεί σε ευρωπαϊκή διοργάνωση, αναγκασμένος να πουλάει ότι πολύτιμο έχει για να φυτοζωεί. Σε 23 χρόνια (1964-1987), η Γκλάντμπαχ είχε αλλάξει μόλις τρεις προπονητές. Ο Γιουπ Χάινκες ήταν αυτός που έκλεισε αυτό τον κύκλο μετά την οκταετή παρουσία του στο «τιμόνι» της ομάδας και ήταν εκείνος που προσπάθησε να κρατήσει την ομάδα στο μονοπάτι των επιτυχιών. Όμως από την αποχώρησή του έως το 2011, η Γκλάντμπαχ άλλαξε τον εντυπωσιακό αριθμό -για γερμανική ομάδα- των 17 προπονητών, εξαιρουμένων των προσωρινών, δείχνοντας έναν από τους λόγους της παρακμής του συλλόγου.

Το 1995 η ομάδα κατέκτησε τον πρώτο της τίτλο μετά το 1979, καθώς στον τελικό του κυπέλλου Γερμανίας νίκησε την Βόλφσμπουργκ με 3-0 και προκρίθηκε και πάλι στο νεοσύστατο τότε UEFA Cup. Αυτή η σεζόν ήταν όμως μία μικρή λάμψη, στα τόσα χρόνια των αποτυχιών και η νέα χιλιετία θα έβρισκε την Γκλάντμπαχ για πρώτη φορά στην ιστορία της στη δεύτερη κατηγορία της Γερμανίας. Μέχρι το 2008, η ομάδα «έπεσε» δυο φορές αλλά «ανέβηκε» ισάριθμες και με σχετική ευκολία, δείχνοντας το μέγεθος του συλλόγου. Παρά τις κακές πορείες εκείνης της περιόδου και τις περιπέτειες στην Bundesliga 2, η διοίκηση κατάφερε να φτιάξει ένα νέο γήπεδο το οποίο άνοιξε τις πόρτες του το καλοκαίρι του 2004. Το Μπορούσια Παρκ μπορεί να φιλοξενήσει μέχρι και 54.000 άτομα και αντικατέστησε το Μπέκελμπεργκ Στάντιον το οποίο χωρούσε μόλις 34.000.

Τότε άρχισε η αναγέννηση του συλλόγου. Δόθηκε περισσότερη σημασία στις ακαδημίες και το, «αγοράζω φθηνά, πουλάω ακριβά» έγινε το… μότο της Γκλάντμπαχ με πρώτο και καλύτερο τον Μάρκο Ρόις. Με τον Λούσιαν Φαβρ στον πάγκο, τα «πουλάρια» άρχισαν να θυμίζουν έστω και λίγο εκείνη την ομάδα της δεκαετίας του 70’. Ο Ελβετός ήταν ο πρώτος τεχνικός της Γκλάντμπαχ που έμεινε στον πάγκο της για πάνω από δύο χρόνια μετά τον Μπερντ Κράους (1991-1996) και έκανε ουσιαστική δουλειά. Άμυνα από όλες τις γραμμές, γρήγορο επιθετικό ποδόσφαιρο και μεγάλο ποσοστό κατοχής ήταν λίγα από τα στοιχεία που πέρασε ο Φαβρ στην ομάδα, στοιχεία τα οποία τα βλέπουμε και σήμερα.



«Πέρασα πολλά χρόνια δίπλα στον Γιούργκεν Κλοπ. Διαμόρφωσε την οπτική μου στο άθλημα. Φυσικά, έχω προσθέσει και δικά μου στοιχεία στη δουλειά. Οι βασικές μου ιδέες πίσω από την φιλοσοφία μου είναι η ενσυναίσθηση, η ενεργητικότητα και η “πείνα”». Αυτές ήταν οι πρώτες δηλώσεις του Μάρκο Ρόζε όταν ανέλαβε την Γκλάντμπαχ το καλοκαίρι και όπως φαίνεται έκανε τα λόγια του πράξεις, καθώς τα «πουλάρια» συνεχίζουν να εντυπωσιάζουν, δίνοντας συνέχεια στις καλές εμφανίσεις της περασμένης πενταετίας. Ο 43χρονος τεχνικός κατέφτασε στο σύλλογο ύστερα από ένα απόλυτα επιτυχημένο πέρασμα από την Red Bull Σάλτσμπουργκ και έδειξε άμεσα τις προθέσεις του έχοντας την Γκλάντμπαχ πρώτη στην Bundesliga με έναν βαθμό διαφορά από την Λειψία και τέσσερις από την ασταθή, φέτος, Μπάγερν Μονάχου ενώ στο Europa League βρίσκεται μια ανάσα από την πρόκριση στα νοκ-άουτ παιχνίδια.

Το πρώτο «πιστόλι» της ομάδας είναι ο Μάρκους Τουράμ με εννιά γκολ και πέντε ασίστ και με τις εμφανίσεις του θα αναγκάσει τους φιλάθλους της Γκλάντμπαχ να ξεχάσουν γρήγορα τον Τόργκαν Αζάρ, ο οποίος πωλήθηκε στην Ντόρτμουντ έναντι 25,5 εκατομμυρίων ευρώ. Οι Αλασανέ Πλεά, Πάτρικ Χέρμαν και Μπριλ Εμπολό βοηθούν τον 22χρονο Γάλλο στο επιθετικό κομμάτι ενώ οι Κρίστοφερ Κράμερ, Ματίας Γκίντερ και Στέφαν Λάινερ συνθέτουν ένα σύνολο παικτών που μαζί με τους υπόλοιπους υπόσχεται… τίτλο. Αυτός που ξεχωρίζει από την ομάδα όμως για τις αρχηγικές αλλά ποδοσφαιρικές του ικανότητες είναι ο Γιαν Ζόμερ. Ο Ελβετός τερματοφύλακας της Γκλάντμπαχ πραγματοποιεί μια εξαιρετική σεζόν και… παρασύρει και την υπόλοιπη ομάδα σε αυτό τον ρυθμό. Ο Ζόμερ διανύει την πέμπτη του χρονιά με τα «πουλάρια» και δείχνει πιο έτοιμος από ποτέ για να διεκδικήσει ένα πρωτάθλημα. Αξίζει να σημειωθεί πως ο 30χρονος «άσος», είχε έρθει για να αντικαταστήσει τον Μαρκ-Άντρε Τερ Στέγκεν που είχε πάρει μεταγραφή για την Μπαρτσελόνα.



Σε λίγη ώρα, η Γκλάντμπαχ αγωνίζεται εναντίον της πρωταθλήτριας Γερμανίας Μπάγερν και με νίκη θα δείξει αν όντως είναι έτοιμη και ικανή για να κατακτήσει τη «σαλατιέρα». Μια ομάδα με ιστορία, με ένα εξαιρετικό σύνολο, με ικανότατο προπονητή και φανατικούς οπαδούς. Όλα δείχνουν πως τα «πουλάρια» έχουν όλα τα προαπαιτούμενα και μένει να φανεί αν θα καταφέρει να ξεπεράσει τις προσδοκίες ή για ακόμα μία χρονιά θα αποτελέσει συμπληρωματικό ρόλο.

Επιμέλεια: Θάνος Κονταξής

ON DEMAND: Όλα τα ρεπορτάζ στο επίσημο κανάλι του ΣΠΟΡ FM στο youtube