«Το πλήθος δεν συγχωρεί τον τερματοφύλακα. {…} Με ένα και μόνο λάθος του καταστρέφει το παιχνίδι, χάνει το πρωτάθλημα, και τότε το κοινό ξεχνά μονομιάς όλα του τα κατορθώματα και τον καταδικάζει σε αιώνια δυσμένεια. Η κατάρα θα τον κυνηγάει μέχρι το τέλος της ζωής του».

Μπορεί τα παραπάνω να μοιάζουν στους περισσότερους παχιά λόγια και ακριτομυθίες του συγγραφέα Εντουάρντο Γκαλεάνο, όταν ανέλυε τη θέση του τερματοφύλακα στο βιβλίο: «Το Ποδόσφαιρο στη σκιά και στο φως».

Ωστόσο, η παραστατική περιγραφή του ταυτίστηκε πλήρως με την περίπτωση του Μοασίρ Μπαρμπόζα, όπου ένα γκολ τού κατέστρεψε τη ζωή…

Τα προεόρτια μιας νίκης που δεν ήρθε ποτέ

«Σας χαιρετώ Βραζιλιάνοι, νικητές της διοργάνωσης. Εσάς, τους ποδοσφαιριστές που σε λίγες ώρες θα δοξαστείτε ως πρωταθλητές από τα εκατομμύρια των συμπατριωτών σας. Σας χαιρετώ ήδη ως πρωταθλητές», έλεγε στους ποδοσφαιριστές της Βραζιλίας ο κυβερνήτης της πολιτείας, Άντζελο Μέντες Ντε Μοράες, μερικές ώρες πριν από το έσχατο παιχνίδι κόντρα στην Ουρουγουάη στο διάγγελμα που απεύθυνε.

Η Βραζιλία την περίοδο εκείνη φάνταζε από άλλο πλανήτη. Δείγμα της παντοκρατορίας της συνιστά η κατάκτηση του Κόπα Αμέρικα την προηγούμενη χρονιά. Είχε σκοράρει 46 φορές(!) σε οκτώ αναμετρήσεις σκορπώντας τον τρόμο (9-1 το Εκουαδόρ, 10-1 την Βολιβία,7-1 το Περού, 5-0 την Κολομβία και 5-1 την Ουρουγουάη).

Όμως, η αλαζονεία και η υπεροψία δεν είναι ποτέ οι καλύτεροι σύμβουλοι. Ο τεχνικός της «σελεσάο», Φλάβιο Κόστα, μάταια προσπαθούσε να προειδοποιήσει άπαντες ότι το ενδεχόμενο της ήττας είναι ανοιχτό. Τα λόγια του αποδείχθηκαν μαύρη προφητεία.



«Η Ουρουγουάη πάντα τάραζε τον ύπνο των Βραζιλιάνων. Φοβάμαι ότι οι παίκτες μου θα μπουν στο γήπεδο την Κυριακή σαν να έχουν ήδη κερδίσει το Παγκόσμιο Κύπελλο. Δεν θα είναι αγώνας επίδειξης. Συνιστά το δυσκολότερο παιχνίδι από οποιοδήποτε άλλο».

Οι οικοδεσπότες είχαν προκριθεί αήττητοι και πρωτοπόροι από τη φάση των ομίλων κόντρα στους έτερους «μνηστήρες» (Γιουγκοσλαβία, Ελβετία και Μεξικό) στο τελικό γκρουπ (αφού τότε δεν είχε θεσπιστεί ακόμη το σύστημα με τους αγώνες νοκ άουτ).

Εκεί ισοπέδωσαν τους πάντες στο διάβα τους. Αρχικά, φιλοδώρησαν με επτά γκολ τη Σουηδία (7-1) και μετέπειτα διέσυραν την Ισπανία με 6-1, όπερ μεθερμηνευόμενον εστί μια ισοπαλία στον ύστατο αγώνα της διοργάνωσης απέναντι στην Ουρουγουάη έφτανε για να φέρει το πολυπόθητο τρόπαιο στη Βραζιλία.

Η γιορτή και το πένθος

Η μεγάλη μέρα έχει φτάσει και το απόγευμα της 16ης Ιουλίου του 1950 το «Μαρακανά» έχει πλημμυρίσει από πλήθος κόσμου. Επισήμως μέσα στο στάδιο βρίσκονταν 173.850 άνθρωποι, αλλά ο πραγματικός αριθμός ήταν περίπου 210.000.

Το επιθετικό σφυροκόπημα των γηπεδούχων υπήρξε ανελέητο, καθώς σε 45 λεπτά είχαν 17 τελικές προσπάθειες, εντούτοις η δυστοκία τους σε συνδυασμό με τις απίστευτες επεμβάσεις του γκολκίπερ Μάσπολι διατήρησαν το 0-0 μέχρι το πέρας του ημιχρόνου.

Η υπεροχή τους τελεσφόρησε με το… καλησπέρα του δεύτερου μέρους. Ο Αντεμίρ τροφοδότησε τον Φριάσα και αυτός άνοιξε το σκορ (47’). 200.000 άνθρωποι «μεθυσμένοι» γιόρταζαν την διαφαινόμενη επιτυχία, χορεύοντας σε ρυθμούς σάμπας.

Παρ’ όλα αυτά, λίγα λεπτά αρκούσαν για να μετατρέψουν μια στιγμή χαράς σε απέραντη θλίψη. Η «σελέστε» βρήκε απάντηση με τον Γκίτζια να βγάζει «γλυκιά» σέντρα στον Πέπε Σκιαφίνο (66’) και αυτός να ισοφαρίζει. Ο Γκίτζια στο 79’ θα σημαδέψει την κλειστή γωνία του Μπαρμπόζα και θα πετύχει την απροσδόκητη ανατροπή.



Από την ουράνια δόξα στην άβυσσο της καταστροφής μόνο σε λίγα δευτερόλεπτα… Ο διάσημος εθνικός ραδιοσχολιαστής Λουίς Μέντες αναρωτήθηκε «Γκολ για την Ουρουγουάη;» και το επανέλαβε άλλες τρεις φορές σαστισμένος. Τίποτα δεν άλλαξε μέχρι το τέλος.
Πολλοί, αδυνατώντας να διαχειριστούν την απέραντη θλίψη, αυτοκτόνησαν, ενώ η ήττα χαρακτηρίστηκε ως «η μεγαλύτερη τραγωδία στη Βραζιλία».

Ο κάπτεν της Ουρουγουάης, Ομπντούλιο Βαρέλα, εξομολογείται για το βράδυ των πανηγυρισμών σε ένα μπαρ του Ρίο Ντε Τζανέιρο: «Όταν συνειδητοποίησαν ποιος ήμουν νόμιζα ότι θα με σκότωναν. Τελικά έκανα μεγάλο λάθος».

Το γκολ που τον στοίχειωσε παντοτινά

Στο ορμητικό ποτάμι των «κατηγορώ» που ξεχύθηκε μετά την λήξη ο Μοασίρ Μπαρμπόζα μετατράπηκε στο εξιλαστήριο θύμα. Θεωρήθηκε ο υπαίτιος της απώλειας του τροπαίου. Ήταν ο πρώτος μαύρος γκολκίπερ που έκανε καριέρα στη χώρα του και αρκετοί θεωρούν ότι το χρώμα του διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο για τη στοχοποίησή του.

Πότε δεν τον συγχώρησαν, το όνομά του έγινε ταυτόσημο της γκαντεμιάς και της κακοτυχίας. Από τότε η «σελεσάο» δεν ξαναφόρεσε λευκή φανέλα. Οξύμωρο το γεγονός ότι είχε αναδειχθεί από τους δημοσιογράφους ομοφώνως ο κορυφαίος πορτιέρο του τουρνουά.

Το εν λόγω ματς αποτέλεσε το «κύκνειο άσμα» του με τα χρώματα της Βραζιλίας, αφού δεν ξανακλήθηκε έκτοτε. Το 1963, στην ανακατασκευή του σταδίου, του προσέφεραν ως δώρο τα παλιά γκολπόστ για να ξορκίσουν το κακό. Δούλεψε για περίπου 20 χρόνια στη διοίκηση του «Μαρακανά».

Το 1993, έπειτα από παρέμβαση του τότε Προέδρου της Ομοσπονδίας, Ρικάρντο Τεξέιρα, αποπέμφθηκε από τη θέση του σχολιαστή ενός καναλιού για τα ματς της γενέτειράς του, λόγω… γρουσουζιάς. Το ίδιο έτος η ευγενική επίσκεψή του με σκοπό να ευχηθεί καλή επιτυχία στην εθνική ομάδα θα πέσει στο κενό, καθώς θα του ζητήσουν να αποχωρήσει. Στην απέλπιδα προσπάθειά του να εξαγνιστεί από τα φαντάσματα που τον καταδυνάστευαν επιχείρησε να κάψει τα δοκάρια.

Ο ίδιος, το 1970, είχε επισημάνει σε ντοκιμαντέρ ότι η πιο στενάχωρη στιγμή ήταν άλλη: «Μια γυναίκα με έδειξε με το δάχτυλο και είπε στο αγόρι που συνόδευε: ’’Κοίταξέ τον αυτόν παιδί μου. Είναι ο άνθρωπος που έκανε όλη την Βραζιλία να κλάψει’’. Αν δεν μάθαινα να μην ενοχλούμαι, όταν οι άνθρωποι μιλούσαν για το γκολ, θα βρισκόμουν τώρα στη φυλακή ή στο νεκροταφείο».



«Δεν είμαι ένοχος, ήμασταν έντεκα»

Ύστερα από το θάνατο της γυναίκας του Κλοντίλντ σε ηλικία 50 ετών το 1997 από καρκίνο των οστών, η φίλη του, Τερέζα Μπάρμπα, εξομολογήθηκε: «Έφτασε να κλάψει στον ώμο μου. Μέχρι το τέλος του έλεγε συχνά: ‘’Δεν είμαι ένοχος, ήμασταν έντεκα’’.

Όσο για τον «δράστη», Αλσίδες Γκίτζια, είχε δηλώσει κάποτε: «Μόνο τρεις άνθρωποι έχουν καταφέρει να σιγήσουν το ‘’Μαρακανά’’. Ο Πάπας, ο Φρανκ Σινάτρα και εγώ». Διαβολική σύμπτωση ότι έκλεισε για πάντα τα μάτια του ανήμερα της 65ης επετείου του σπουδαίου επιτεύγματός του.

Με αφορμή τα εβδομηκοστά ένατα γενέθλιά του ο Μπαρμπόζα είχε τονίσει: «Στη Βραζιλία η εσχάτη των ποινών για ένα έγκλημα είναι 30 χρόνια κάθειρξη. Εγώ για 50 χρόνια πληρώνω για ένα έγκλημα που δεν διέπραξα»…

«Έφυγε» στις 7 Απριλίου του 2000 στα 79 του, προδομένος από την καρδιά του.

Επιμέλεια: Παναγιώτης Ιωάννου