Από τη φυλάκιση, την απόδραση και την εξορία μέχρι την παγκόσμια αναγνώριση…

Το ποδοσφαιρικό παραμύθι του αρχίζει να ξετυλίγεται στις 14 Φεβρουαρίου του 1901 στα σοκάκια της Καταλονίας. Στο δικό του «Μαρακανά» σφυρηλατήθηκε η ποδοσφαιρική προσωπικότητα του.

Γράφει ο Παναγιώτης Ιωάννου

Οι εντυπωσιακές εκτινάξεις και τα γρήγορα αντανακλαστικά που διέθετε ο Θαμόρα τον έκαναν να ξεχωρίσει, όμως το κακοτράχαλο δάπεδο γεμάτο χώμα, λακκούβες και κάθε λογής εξογκώματα μόνο για αθλητική χρήση δεν προοριζόταν.

Αναπόφευκτα τα αποτελέσματα της παραπάνω ασχολίας δεν τύχαιναν ιδιαίτερου ενθουσιασμού από τους γονείς του και ειδικότερα από τον πατέρα του, που έτρεφε την ελπίδα ότι θα ακολουθήσει τα χνάρια του και θα τον καμάρωνε κάποια μέρα γιατρό.

Ο ίδιος διηγείται:«Είχα υποσχεθεί στους γονείς μου να παρατήσω το ποδόσφαιρο και να ολοκληρώσω τις σπουδές μου. Οι συναντήσεις με τους φίλους μου σε συνδυασμό με την επίσκεψη των υπευθύνων της Μπαρτσελόνα στο σπίτι με έπεισαν να βάλω ξανά τα παπούτσια και τα γάντια».

Η σημαδιακή γνωριμία και το παράδοξο

Το 1913 οι γονείς του έστειλαν τον Θαμόρα στο σχολείο, εντούτοις ο έρωτας για το ποδόσφαιρο, υπερνίκησε τις πατρικές φιλοδοξίες. Κάπως έτσι κατέληξε να εγγραφεί στην ομάδα της περιοχής Ουνιβερσιτάρι και σε ηλικία 14 ετών συνάντησε τον ιδρυτή της Μπαρτσελόνα Χουάν Γκαμπέρ, που ενθάρρυνε τον νεαρό τερματοφύλακα να κυνηγήσει το όνειρό του.

Παρά την επιρροή που άσκησαν τα λόγια του Γκαμπέρ στον Θαμόρα, ο ίδιος επέλεξε να διαβεί ένα παράξενο μονοπάτι, δηλαδή να απορρίψει την προοπτική της Μπαρτσελόνα και να πάει στην Εσπανιόλ.

Το ντεμπούτο

Πραγματοποίησε την παρθενική του εμφάνιση στην πρώτη κατηγορία της Ισπανίας μόλις στα 16, όταν από μια συγκυρία ο βασικός τερματοφύλακας της Εσπανιόλ, Πέπε Γκίλμπερτ, δεν μπορούσε να αγωνιστεί, με αποτέλεσμα να πάρει τη θέση του ο φέρελπις Θαμόρα.

Το σήμα κατατεθέν



Ο Εντουάρτο Γκαλεάνο στο εξαιρετικό βιβλίο με τίτλο: «ΤΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΚΑΙ ΣΤΟ ΦΩΣ» περιγράφει χαρακτηριστικά:

«Έκανε το ντεμπούτο του στην πρώτη κατηγορία στα δεκαέξι του, ενώ φορούσε ακόμη κοντά παντελονάκια. Όταν βγήκε στο γήπεδο της Εσπανιόλ στη Βαρκελώνη, είχε φορέσει εγγλέζικο πουλόβερ με γυριστό γιακά, γάντια και κασκέτο σκληρό σαν κράνος, για να προστατευτεί από τον ήλιο και τις κλοτσιές.

{…}Ο Θαμόρα προκαλούσε πανικό στους επιθετικούς. Αν τον κοίταζαν, ήταν χαμένοι: με τον Θαμόρα κάτω από τα δοκάρια, το τέρμα συρρικνωνόταν και τα δοκάρια χάνονταν στον ορίζοντα».

Με τα χρώματα της Εσπανιόλ συνέβαλε τα μέγιστα στην κατάκτηση του πρωταθλήματος της Καταλονίας το 1918, ωστόσο μια διαφωνία με τον τεχνικό διευθυντή της ομάδας θα τον οδηγήσει στο να μετακινηθεί στη μισητή συμπολίτισσα Μπαρτσελόνα το 1919.

Καταγράφοντας αξιοθαύμαστες επιδόσεις (σε τρεις χρονιές δέχθηκε μόλις δέκα γκολ) γεύεται τους καρπούς των προσπαθειών του με την κλήση στην Εθνική Ισπανίας για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1920 που διεξάγονταν στο Βέλγιο.

Έπαιζε σαν δαίμονας



Το μεσημέρι της 28ης Αυγούστου 1920 πήρε το «βάπτισμα του πυρός» με το εθνόσημο στη νικηφόρα πρεμιέρα απέναντι στην Δανία (1-0). Οι ακροβατικές επεμβάσεις του και η αψεγάδιαστη παρουσία συνετέλεσαν στο να συστηθεί στο ευρύ κοινό με τρόπο ονειρικό:

Στα προημιτελικά οι Ισπανοί έμελλε να βρουν τους αμφιτρύωνες Βέλγους. Οι τελευταίοι εξασφάλισαν την πρόκριση τους δίχως να αγωνιστούν, καθώς ο πόλεμος μεταξύ Πολωνίας και Σοβιετικής Ένωσης ματαίωσε τον μεταξύ τους αγώνα.

Έτσι, οι «Φούριας Ρόχας» βρίσκονταν σε δυσμενέστερη θέση, δεδομένου ότι είχαν μόνο μία μέρα ξεκούρασης και μοιραία υποτάχθηκαν στην ανωτερότητα των γηπεδούχων Βέλγων (3-1).

Η σύλληψη

Η προσπάθεια των Ισπανών θα είχε ευτυχή κατάληξη. Στο μίνι τουρνουά για την κατάληψη της δεύτερης και τρίτης θέσης, αρχικά επιβλήθηκαν της Σουηδίας (2-1) και εν συνεχεία επικράτησαν και της Ιταλίας (2-0).

Το ματς απέναντι στη «Σκουάντρα Ατζούρα» στιγματίστηκε από την γροθιά που εξαπέλυσε ο Θαμόρα σε αντίπαλο του, κίνηση που επέφερε την αποβολή του.

Αυτή η πράξη αποτέλεσε τη σταγόνα στον ωκεανό των μπελάδων του. Λίγο μετά συνελήφθη επ’ αυτοφώρω από τις τοπικές αρχές στα σύνορα του Βελγίου στην προσπάθεια του να μεταφέρει λαθραία πούρα Αβάνας. Οι ενέργειές του κίνησαν υποψίες, έτσι η αστυνομία διέταξε την κράτηση όλης της αποστολής για περαιτέρω έρευνες, καθιστώντας την επιστροφή της ομάδας πραγματική Οδύσσεια.

Στο καθοριστικό παιχνίδι με έπαθλο το ασημένιο ή το άργυρο μετάλλιο, οι Ίβηρες χαμογέλασαν πλατιά για μια ακόμη φορά, κερδίζοντας την Ολλανδία με σκορ 3-1.

Εθνικός σταρ



Η ανυπότακτη προσωπικότητα του «Θεϊκού», όπως ήταν το παρατσούκλι του, τον κατέτασσε εκτός πεπατημένης. Ήταν «φίλος» του κονιάκ, κάπνιζε τρία πακέτα τσιγάρα την ημέρα και πού και πού κανένα πούρο.

Αξιοσημείωτο δε ότι δοκίμασε για μικρό φεγγάρι να ασχοληθεί με την υποκριτική. Στα 25 έκανε την πρώτη απόπειρα στον βουβό κινηματογράφο, και συγκεκριμένα στην κωμωδία με τίτλο «Pro fin se casa Zamora».

Ό,τι αρχίζει ωραία τελειώνει με πόνο

Με την επιστροφή στην γενέτειρα του φανέρωσε ψήγματα του ταλέντου του και εξελίχθηκε στον «φύλακα άγγελο» της εστίας της Μπαρτσελόνα, έχοντας καθοριστική συμβολή σε πρωτόγνωρες επιτυχίες.

Η παραμονή του συνδυάστηκε με πληθώρα τίτλων: 3 πρωταθλήματα Καταλονίας (1920,1921,1922) και δύο Κύπελλα (1920,1922).

Έπειτα από μια τριετή παρατεταμένη περίοδο ευφορίας και αναγνώρισης, τον Ιούνιο του 1922 οι φήμες στον Τύπο οργίαζαν ότι απαίτησε από την Μπαρτσελόνα μισθό 50.000 πεσέτες. Οι «μπλαουγκράνα» έκριναν τις αξιώσεις του υπερβολικές και ο περί ου ο λόγος πήρε το καπελάκι του (κυριολεκτικά) και κίνησε για όχι και πολύ μακρινές, γνώριμες για την ακρίβεια, πολιτείες.

Επέστρεψε στην Εσπανιόλ, υπογράφοντας ένα συμβόλαιο με αστρονομικές για την εποχή απολαβές της τάξεως των 1.000 πεσέτων μηνιαίως πέρα από τις 25.000 που καταβλήθηκαν στη Μπαρτσελόνα.

Οι άλλοτε σύμμαχοι και συνοδοιπόροι μετατράπηκαν αστραπιαία σε άσπονδους εχθρούς. Το κάθε άλλο βελούδινο διαζύγιο γέννησε τις πρώτες σπίθες για εκδίκηση στους ιθύνοντες των «μπλαουγκράνα», κάτι που μεταφράστηκε με το φρένο που επιχείρησαν να βάλουν στη διαφαινόμενη μεταπήδηση του στην Εσπανιόλ και εν τέλει πέτυχαν το σκοπό τους.

Η δικαστική οδός ήταν η μόνη που μπορούσε να δώσει λύση στο αδιέξοδο και η ετυμηγορία αυτής ήταν η εξής: απαγόρευση συμμετοχής του γκολκίπερ σε αγωνιστικά δρώμενα για ένα χρόνο λόγω φοροδιαφυγής.

Η δεύτερη επταετής θητεία του στην Εσπανιόλ (1922-1929) θα συμπέσει με συμβάντα ιδιαίτερης σημειολογίας σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο.

Εξελίχθηκε σε έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους στο δρόμο για την κατάκτηση του πρωταθλήματος της Καταλονίας το 1929 , αλλά και του πρώτου κυπέλλου στην ιστορία του συλλόγου.

Το σπασμένο στέρνο και η «προδοσία»

Το 1930 ο Θαμόρα, υπερασπιζόμενος την εστία της Εθνικής Ισπανίας ενάντια στην Αγγλία και έχοντας απόδοση κατώτερη των προσδοκιών, έφερε μερίδιο ευθύνης στα δύο από τα τρία γκολ που είχε δεχθεί η «Φούρια Ρόχα».

Παρόλα αυτά, κέρδισε την καθολική αποθέωση, όταν γνωστοποιήθηκε ότι, παρά το κάταγμα που υπέστη στο στέρνο στην εξέλιξη της αναμέτρησης, υπέμεινε τους φρικτούς πόνους και ολοκλήρωσε το ματς.

Η γενναιότητα που επέδειξε αναζωπύρωσε το ενδιαφέρον της Ρέαλ Μαδρίτης, η οποία άπλωσε… χρυσάφι στα πόδια του για να τον δελεάσει και εν τέλει τον έκανε κάτοικο Μαδρίτης.

Η μετακίνηση του κόστισε 150.000 πεσέτες, εκ των όποιων το 1/3 καρπώθηκε ο «Θεϊκός». Η επισφράγιση της συμφωνίας τάραξε τα λιμνάζοντα νερά του ποδοσφαίρου και τον μετέτρεψε στο πιο ακριβοπληρωμένο παίκτη σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Η έλευση του Θαμόρα στους «μερένχες» σηματοδότησε την αφετηρία μιας πορείας γεμάτη λάμψη. Στη μακρά παραμονή του (1930-1936) οδήγησε την Ρεάλ στη γη της επαγγελίας (το πρώτο πρωτάθλημα της ιστορίας της το 1932) διατηρώντας τα σκήπτρα και το 1933. Επίσης, περίοπτη θέση στο παλμαρέ του έχουν και δύο ακόμα Κύπελλα (1934,1936).

Μια απουσία, χιλιάδες ερωτήματα…

Αναμφισβήτητα στο βιβλίο της καριέρας του συνιστά ίσως το μεγαλύτερο κεφάλαιο. Πρόκειται για την παρθενική συμμετοχή της Ισπανίας στο Παγκόσμιο Κύπελλο το 1934 στην Ιταλία, και δη με το περιβραχιόνιο του αρχηγού στο μπράτσο του.

Στην πρεμιέρα κόντρα στη Βραζιλία το εκπληκτικό πρώτο ημίχρονο (3-0) αποτέλεσε υποθήκη νίκης και μετέτρεψε το υπόλοιπο σε τυπική διαδικασία. Το μόνο που κατάφερε η «σελεσάο» ήταν να μειώσει με τον Λεονίντας στο τελικό 3-1.

Η σκληροτράχηλη Ιταλία στα προημιτελικά αποδείχθηκε υψηλότερος σκόπελος και το δίκαιο 1-1 οδήγησε στον ορισμό ρεβάνς την επομένη. Η «Φούρια Ρόχα» δεν είχε στη σύνθεση της το Θαμόρα.

Η επίσημη αιτιολογία ανέφερε ότι είχε αποκομίσει τραυματισμό από την πρώτη συνάντηση, εντούτοις μοιάζει πιθανό οι Ίβηρες να πήραν το μήνυμα ότι τίποτα δεν μπορούσε να ανακόψει το όραμα του Μουσολίνι που χρησιμοποίησε όλα τα μέσα για να σηκώσει το βαρύτιμο τρόπαιο η «σκουάντρα ατζούρα».

Το «κύκνειο άσμα» με το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα γράφτηκε τον Φεβρουάριο του 1936 σε φιλικό απέναντι στη Γερμανία. Κατέγραψε συνολικά 46 παρουσίες.

Η φυλάκιση και η εξορία



Ο εμφύλιος σπαραγμός που εξαπλώθηκε ραγδαία στη χώρα ανάγκασε τον Θαμόρα να αποσυρθεί απρόσμενα από την ενεργό δράση. Και δυστυχώς αυτή ήταν μονάχα η αρχή...

Πάρα την έκρυθμη κατάσταση που επικρατούσε, το φινάλε της σταδιοδρομίας του ήταν βγαλμένο από τα ομορφότερα όνειρα των πιστών του ποδοσφαίρου.

Tο τελευταίο επίσημο ματς ήταν ο τελικός του Κυπέλλου Ισπανίας που έκρυβε το παραδοσιακό El Clasico. Οι «μπλάνκος» υπέταξαν την Μπάρτσα με σκορ 2-1, αν και για αρκετή έπαιζαν με αριθμητικό μειονέκτημα. Ο Θαμόρα στην απόκρουση της ζωής του σταμάτησε στο τελευταίο λεπτό τον Ζόζεπ Εσκολά και χάρισε την κούπα στη «Βασίλισσα».



Ο Ισπανός γκολκίπερ συνελήφθη από το δικτατορικό καθεστώς του Φράνκο το 1936 και οδηγήθηκε στις φυλακές Μοδέλο. Τα αναρχικά φρονήματα του πατέρα του στάθηκαν η αφορμή για την κράτηση του. Η εφημερίδα της εποχής «ABC» διέδιδε ψευδώς ότι εκτελέστηκε από τους Ρεπουμπλικάνους.

Όμως μια ιδιοφυή ιδέα που σκαρφίστηκε εξελίχθηκε στο διαβατήριο προς την ελευθερία. Οι τεχνηέντως φιλικές σχέσεις που ανέπτυξε με τους φύλακες του σωφρονιστικού ιδρύματος που συνήθιζαν να παίζουν ποδόσφαιρο μαζί του γέννησαν μια ηλιαχτίδα φωτός προς τον έξω κόσμο. Περίμενε την κατάλληλη στιγμή, άδραξε την ευκαιρία, απέδρασε και ω του θαύματος φόρεσε τη φανέλα της Νις!

Διαφορετικό πόστο, ίδια κατάληξη!



Η αγάπη του για το άθλημα υπήρξε τέτοια που δεν θα μπορούσε να το εγκαταλείψει. Έτσι, έγινε επικεφαλής προπονητής το 1939 με κορωνίδα των διακρίσεων τις δύο συνεχόμενες κατακτήσεις πρωταθλήματος (1940-1941) (τα πρώτα της) και ενός Σούπερ Καπ (1940) ως επικεφαλής της Ατλέτικο Μαδρίτης.

Τέλος, αξιοσημείωτο είναι ότι καθοδήγησε την Εθνική Ισπανίας το 1961, έστω και αν δεν μακροημέρευσε στη συγκεκριμένη θέση, ενώ πέρασε και από την Εσπανιόλ.

Τρόπαιο «Ρικάρντο Θαμόρα»

Η διάσημη ισπανική εφημερίδα «MARCA», αναγνωρίζοντας το μεγαλείο του θέσπισε ένα ειδικό βραβείο, το «Τρόπαιο Ρικάρντο Θαμόρα» το 1958, το οποίο σε συνεργασία με την Ισπανική Λίγκα απονέμεται στο τέλος κάθε σεζόν στο γκολκίπερ που δέχθηκε τα λιγότερα γκολ.

Στις 8 Σεπτεμβρίου 1978 γράφτηκε ο επίλογος της ζωής του και 30.000 κόσμος συνέρρευσε για να πει το στερνό «αντίο». Μια πλατεία στη Βαρκελώνη φέρει το όνομα «Ρικάρντο Θαμόρα».

Όπως συνήθιζε να λέει και ο ίδιος άλλωστε: «Υπάρχουν μόνο δύο τερματοφύλακες. Ο Ρικάρντο Θαμόρα στη γη και ο Άγιος Πέτρος στον Παράδεισο».

ON DEMAND: Όλα τα ρεπορτάζ στο επίσημο κανάλι του ΣΠΟΡ FM στο youtube